"Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει" (Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Βιβλίο Α' )

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Ετυμολογικές και εισαγωγικές παρατηρήσεις περί Μυστηρίων




Οι αρχαίοι έλεγαν «Αρχὴ παιδεύσεως ἡτῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις», [1] με αυτήν την ρήση κατά νου, και βασιζόμενοι στην περί ορθότητας ονομάτων θεωρία του πλατωνικού Κρατύλου, θα θέσουμε με αυτόν τον τρόπο την αφετηρία του στοχασμού μας περί μυστηρίων, ιχνηλατώντας τον Λόγο (δηλαδή το νόημα) που βρίσκεται μέσα στις λέξεις που θα μας απασχολήσουν στην συνεχεία του παρόντος.

Οι λέξεις που θα αναλύσουμε είναι οι εξής:

ΜΥΩ – ΜΥΘΟΣ – ΜΥΣΤΗΡΙΑ
Ο «πυρήνας» της λεξικής μας αλληλουχίας είναι η λέξη: Μύω, που σημαίνει κλείνω τα μάτια, το στόμα ή οποιοδήποτε άνοιγμα, και χρησιμοποιείται για να δηλώσει το α-όρατο, το ά-ρητο και γενικότερα το απόκρυφο και μυστικό. 

Με κλειστό το στόμα (χείλη) και πάλση των φωνητικών χορδών, παράγεται ο ήχος μου…, όπως το μοσχάρι βοά (μουεί).  

Αυτή λέξη σχετίζετε με τις ιδέες της σιγής, του σκότους, της μόνωσης και του αλχημικού κορεσμού. Από το μύω παράγονται αρκετές λέξεις που περιέχουν τις παραπάνω έννοιες, ενδεικτικά αναφέρονται:

α) Ο μυελός και το μυαλό όπου σημαίνουν το κλεισμένο εντός του κρανίου ή του οστού γενικότερα.

β) Το Άγιο Μύρο προέρχεται από το ρήμα μύρω (μύω + ρέω > ρω, ρέω εκ των έσω)

γ) Οι μύχιες εσωτερικές – μυστικές σκέψεις, ετυμολογικά προέρχονται από το μυω (μυχός μέ-μυκ-α (κ>χ), πρκμ. του μύω- το ενδότατο μέρος, το βάθος).

δ) το μύδι σημαίνει το ερμητικά κλεισμένο και παράγεται απευθείας από το μύω.

ε) Τέλος ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη λέξη που παράγετε από το μύω, το κρόμμυον (το γνωστό μας κρεμμύδι) που σημαίνει το κλεισμένο μέσα στη γη και μας φέρνει κατά νου την αλχημιστική φόρμουλα VITRIOL ή VITRIOLUM. [2]

Από το μύω περνάμε στον δεύτερο όρο μας, που είναι η λέξη Μύθος, που σημαίνει «τον σκοτεινὸ λόγον» και την διδασκαλία.[3] Στην αρχαία εποχή ο μύθος ήταν αρχικά ταυτόσημος με τον λόγο και σήμαινε την προφορική διήγηση [4] – παράδοση και αργότερα έλαβε και την έννοια της διδασκαλίας που σχετίζονταν με κάτι το ιερό. [5] 

Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι μύθοι δεν πρέπει να ταυτίζονται με «τοῖς παιδίοις μύθους» (δηλαδή τα παραμύθια) που όπως αναφέρει ο Πλατών στην Πολιτεία (377a) μπορεί να είναι εν τω συνόλω ψευδείς διηγήσεις αλλά, όμως υπάρχει μέσα τους και ένας πυρήνας αλήθειας. [6] 

Την ταύτιση του μύθου με το ιερό αναφέρει και ο αείμνηστος Αντώνιος Χαλάς στο παρακάτω απόσπασμα:

«Αλληγορία, ιερογλυφία, μύθος, παραβολή, σύμβολον είναι η δια τεχνηέσσης και επιστημονικής πολκής και συνθέσεως, ως εκ της διαλεκτικής δεινότητος του Ποιητού της, υπόκρυψις αιωνίας, απαστραπτούσης από κάλλος και δυναμικότητα Αληθείας». [7]

Και αλλού :
«Οι άνθρωποι της Ομηρικής εποχής, ως μέσα επομένως της ανυψώσεως των, της βελτιώσεως της ψυχής των και μορφώσεως των εχρησιμοποίουν τον μύθον, απείρως αποτελεσματικότερον και διδακτικώτερον και εξυψωτικώτερον του Βιβλίου. Τα μαθηματικά και τα σύμβολα, οι μύθοι ή ιερογλυφίαι είναι εκείνα, τα οποία ενέχουν μέσα των τα μαγικά και αποτελεσματικά μέσα της καθάρσεως του όμματος της ψυχής από την λύμην, την άγνοιαν, την παράκρουσιν και ακαθαρσίαν, μέχρις ότου τέλος επιτευχθή η ανάβλεψις αυτού και αρχίση η θεωρία των όντων ως αληθώς μυστηρίων»

Αυτή η μορφή διδασκαλίας που περιγραφεί ο Χαλάς, αποτελούμενη από τον Μύθο, που περίχεε τους Ιερούς Λογούς δηλαδή το δόγμα (γράμμα του νόμου), και την Διαλεκτική, που αποτελούσε την πρακτική τέχνη φανέρωσης της αληθείας του μύθου (πνεύμα των γραφών), φαίνεται πως αποτέλεσε κοινό τόπο σε όλες τις εσωτερικές σχολές της αρχαιότητας.  

Έτσι την εντοπίζουμε στους κόλπους όλων των αρχαίων μυστηρίων αλλά και στην χριστιανική διδασκαλία όπως μας την παραδίδει ο Μ. Βασίλειος: «Τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πεφυλαγμένωνδογμάτων καὶ κηρυγμάτων, τὰ μὲν ἐκ τῆς ἐγγράφου διδασκαλίας ἔχομεν, τὰ δὲ ἐκ τῆςτῶν ἀποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ἡμῖν ἐν μυστηρίῳ παρεδεξάμεθα» [8] δηλαδή «Αγία Γραφή και Λατρεία, αποστολική παράδοση και λειτουργική κατανόηση της χριστιανικής αυτοσυνειδησίας, ευ-αγγέλιο και λειτ-ουργία, λόγος και μυστήριο» [9] απαρτίζουν το σύνολο της χριστιανικής διδασκαλίας. 

Κάτι ανάλογο φαίνεται πως συγκροτούσε και η εβραϊκή Καμπαλά, [10] ένα σύστημα που αποσκοπούσε στην μεταβίβαση μιας ιερής μυστικής διδασκαλίας, δια μέσου του Ραβίνου (Δασκάλου) στον μαθητή (ή κατά τα σωκρατικά πρότυπα εραστή και ερωμένου), με κύριο συστατικό τον προφορικό λόγο – μύθο και τον διαλογισμό σε σύμβολα και στις απόκρυφες έννοιες των γραφών. 

Υπό αυτό το πρίσμα δεν είναι παράξενη η προτίμηση της προφορικής διδασκαλίας τόσο από Σωκράτη και τον Πλάτωνα όσο και από πλήθος άλλων μυστών ανά τους αιώνες, ούτε πρέπει να μας φαίνετε παράξενη η υιοθέτηση του διαλόγου ως είδους γραφής τόσο από τον Πλάτωνα και τους συντάκτες των ερμητικών έργων, που αποδίδονται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, όσο και των ραβίνων που συνέταξαν το Ζοχάρ.[11]

Ο τρίτος και τελευταίος όρος της αλληλουχίας μας είναι η λέξη: Μυστήρια, [12] που εννοεί το σύνολο των παραπάνω εννοιών ως μια μυστική ή απόκρυφη διδασκαλία – τυπικό με σκοπό την μύηση. Τι είναι όμως μύηση; 

Ας δούμε έναν σύντομο εγκυκλοπαιδικό ορισμό:

ΜΥΗΣΗ: Μύησις εἶναι η ἐπέκτασις τῆς συνειδήσεως [και η προσέγγιση των θεϊκών όψεων που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος] καί ἐπιτυγχάνεται διά μυσταγωγικῆς τελετῆς μέσω Τυπικοῦ, ἐν συνέχειᾳ δέ διά πρακτικῶν ἀσκήσεωνἀποβλεπουσῶν εἰς τήν ἐμπραγμάτον ἐπέκτασιν ταύτης.»[13]

Η μύηση σε συνδυασμό με την προσωπική αποκρυφιστική εργασία του μύστη, συγκροτούσαν ένα ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο διδασκαλίας, που μπορεί να χωριστεί σε τρία κύρια τμήματα:

Εναρμόνιση με τον Κοσμικό Νόμο, μέσα από την ορθή κατανόηση.

Διευθέτηση κάθε δυσαρμονίας, μέσα από την ορθή χρήση τα δύναμης που δίνει η γνώση.

Εξάγνιση της ψυχής, με καλές πράξεις σ’ όλα τα πεδία. [14]

Από την λέξη μυεω (που σημαίνει εισάγω στα μυστήρια) και είναι η λέξη: Μύστης, όπου κατά την αρχαιότητα σήμαινε αυτόν που έχει εισαχθεί (μυηθεί) στα μυστήρια «Εις μύστης είναι ο ενσαρκώνων την Μύησιν…Εις την αρχαιότητα ητο ο τίτλος των νεομυηθέντων, διότι ώφειλον να τηρούν κατά την πρώτην μύησιν οφθαλμούς και ωτα κλειστά». [15]

Τέλος ας δούμε πιο αναλυτικά τι ήταν τα μυστήρια: τα μυστήρια κατά την αρχαιότητα περιείχαν κατά κύριο λόγο το απόρρητο μέρος της λατρείας, [16] το οποίο μεταβιβαζόταν διάμεσου διαφόρων τελετών που είχαν ως σκοπό την μύηση των αμυήτων. Με τα μυστήρια οι μυημένοι αποκτούσαν ένα μέσο για να μεταβούν σε ένα πλατύτερο πεδίο αντίληψης- συνειδητοτητάς. 

Ανυψώνονταν από επίπεδο σε επίπεδο και επικοινωνούσαν με τον θειο Σπινθήρα που κρύβετε σε κάθε ανθρώπινο ον, ή αλλιώς με αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν δαιμόνιο. [17] 

Σχετικά με τα δρώμενα δηλαδή τις μυσταγωγικές τελετές που λάμβαναν χώρα κατά την διάρκεια των μυστηρίων, από τα ολίγα τα οποία γνωρίζομεν περί αυτών, επρόκειτο περί αλληγορικών αναπαραστάσεων, συμβολιζουσών τα πεπρωμένα των ψυχών μετά θάνατον τον νόμον του αντιπεπονθόντος, την ενότητα που συνδέει προς άλληλα όλα τα όντα. Προς τούτοις εδιδάσκοντο οι τρόποι δια να καταστή η ψυχή αθάνατος εις την παρούσαν ζωήν (άσκησις και αποκάλυψις λανθανουσών δυνάμεων του ανθρώπου).[18]

Φ.Σ.

[1] Φράση του σωκρατικού φιλοσόφου Αντισθένη σωζόμενη στο έργο του Επίκτητου«Διατριβαί», Ι.17,12.
[2] Η ερμηνεία των λέξεων είναι: α) Visita Interiora Terrae, Rectificando Invenies Occultum Lapidem ήτοι: Επισκέψου το εσωτερικό της γης, και καθώς θα βελτιώνεσαι –από τους καθαρμούς – θα βρεις τον απόκρυφο λίθο (την Λίθο των Σοφών). β) Visita Interiora Terrae, Rectificando Invenies Occultum Lapidem, Veram Medicinam ήτοι: Επισκέψου το εσωτερικό της γης, και καθώς θα βελτιώνεσαι –από τους καθαρμούς – θα βρεις τον απόκρυφο λίθο (την Λίθο των Σοφών) που είναι η αληθινή πανάκεια.
[3] κατά το Μέγα Ετυμολογικόν.
[4] Με αυτόν αυτήν την έννοια χρησιμοποιείτε π.χ. στα Ομηρικά έπη.
[5] Βλ. Σ. Ψάλτου, «Μύθος», Θρησκειολογικό Λεξικό (2000) σελ. 401.
[6] «τὸ ὅλον εἰπεῖν ψεῦδος, ἔνι δὲ καὶ ἀληθῆ.»
[7] Αντώνιος Φ. Χαλάς, Αποκρυφισμός και Αρχαία Ελλάς, εκδ. Οίκος Αντωνίου Φιλίππου Χαλά, Αθήναι 1930;, σελ. 131.
[8] Περί του Αγίου Πνεύματος, 27.66, PG32, 188-189
[9] Πέτρος Βασιλειάδης, Lex Orandi, εκδ. Ίνδικτος Αθήναι 2001, σελ. 135.
[10] Εβραϊκή Μυστική Δοξασία που αρχικά μεταβιβαζόταν μόνο από στόμα σε αυτί, η λέξη Qabalah ή Cabbala προέρχεται από την εβραϊκή ρίζα QBL (Κ ΜπΛ), που σημαίνει δέχομαι.
[11] Το Βιβλίο της Λαμπρότητας (στα εβραϊκά Σεφερ χαΖοχάρ) αποτελεί τον πυρήνα της καμπαλιστικής διδασκαλίας και μαζί με το Βιβλίο της Δημιουργίας (στα εβραϊκά Σεφέρ Γετζιρά) είναι το αρχαιότερο έργο της καμπαλιστικής φιλολογίας.
[12] Λέγονταν και τελεσφορίαι, όργια ή εορταί μυήσεως.
[13] Πέτρος Γράβιγγερ, «Εγκυκλοπαίδεια Εσωτερισμού και Αποκρύφου Γνώσεως», τόμος Δ’, Αθήναι 1973, σ. 346.
[14] Ντίον Φόρτσιουν, «Η Εκπαίδευση και το Έργο ενός Μυημένου», Αθήνα 1983, σ. 74.
[15] ΕΕΑΓ, τ. 4, σελ. 374
[16] Βλ. Διδως Καλλέργη, «τα αρχαία μυστήρια: η πνευματική κληρονομία της Αρχαίας Ελλάδος», εκδ. Ιδεοθέατρον, Αθήνα χ.χ., σελ. 9.
[17] Βλ. Φιλοσοφικός Σύλλογος «Ιάμβλιχος», «Φωτεινά μονοπάτια», Αθήνα 1993, εκδ, Ιάμβλιχος, σελ. 126.[18] ΕΕΑΓ, τ. 4, σελ. 384

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

H δασεία στα αρχαία Ελληνικά





Η δασεία, η οποία σημειώνεται σε έναν αριθμό λέξεων της αρχαίας Ελληνικής, αποτελούσε έναν δασύ ήχο, όπως αυτός που ακούγεται στην αρχή της αγγλικής λέξης home. Για την παράστασή του οι περισσότεροι Έλληνες (ανάμεσά τους και οι Αθηναίοι) χρησιμοποίησαν αρχικά το γράμμα Η (ήτα), όπως ακριβώς συμβαίνει και στο λατινικό και τα νεότερα ευρωπαϊκά αλφάβητα. 

Σταδιακά, ωστόσο, επικράτησε η ιωνική χρήση του Η για την παράσταση του μακρού e (=εε = η). Αργότερα αυτός ο φθόγγος «έκλεισε» σεi, γι’ αυτό και σήμερα το ήτα δηλώνει ήχο ίδιο με το γιώτα. Π.χ. Α.Ε. κῆπος = keepos > kipos = κήπος Ν.Ε.

Προκειμένου να δηλωθεί η δασεία, οι γραμματικοί της ελληνιστικής εποχής χρησιμοποίησαν το αριστερό μισό του Η, δηλαδή ⱶ (σημειούμενο πάνω από το φωνήεν), το οποίο αργότερα στρογγυλοποιήθηκε και εξελίχτηκε στη γνωστή δασεία. 

Η ψιλή (το δεξί μισό του Η), δήλωνε απλώς την έλλειψη του δασέος πνεύματος. Η δασεία προφερόταν κατά την ελληνιστική εποχή, όπως δείχνουν τα δάνεια της λατινικής γλώσσας από την Ελληνική (λ.χ. historia), αλλά ως το 2ο αιώνα μ.Χ. είχε χαθεί πια από τη γλώσσα μας. Η απώλεια της δασείας είχε συμβεί αιώνες νωρίτερα σε ορισμένες ελληνικές διαλέκτους, όπως η ιωνική ή η αιολική (ψιλωτικές διάλεκτοι), όπου πρέπει να είχε πάψει να ακούγεται ήδη από την εποχή του Ομήρου.

Ορισμένα αξιοσημείωτα φαινόμενα:

α) Ιστορικά οι περισσότερες δασείες προήλθαν από προϊστορικό σ-, το οποίο εξασθένησε. Πβ. λ.χ. τη διπλοτυπία σῦς και ὗς. Στο εσωτερικό της λέξης το -σ- ανάμεσα σε δύο φωνήεντα αδυνάτισε πρώτα σε -h- και στη συνέχεια χάθηκε ολότελα. Π.χ. (τοῦ) βέλεσος > βέλεhος > βέλεος και με συναίρεση (τοῦ) βέλους. Η ενδιάμεση φάση (βέλεhoς) διατηρείται ακόμη στις μυκηναϊκές πινακίδες (1400-1200 π.Χ.). 

β) Δασεία προήλθε επίσης από αρχικό ημίφωνο y. Π.χ. yός > hός > ὅς.

γ) Στην αρχή μιας λέξης το ρ- έπαιρνε δασεία (ῥ). Σύμφωνα με την πιθανότερη ερμηνεία η προφορά του ρ- εδώ ήταν άηχη. Πολλές φορές υποκρύπτεται πρωταρχικός τύπος σρ-. Π.χ. σρέω > hρέω > ῥέω.

δ) Η συνάντηση ενός τ, κ, π με τη δασεία κατά τη σύνθεση έδινε θ (=τh), χ(=κh), φ (=πh). Π.χ. κατά + ἡμέρα > κατ+ἡμέρα > καθημερινός. ἐπί+ἡμέρα > ἐπ+ἡμέρα > ἐφημερία κ.ο.κ.

ε) Σε άλλες περιπτώσεις σύνθεσης η δασεία άλλοτε διατηρούνταν και άλλοτε χανόταν. Για παράδειγμα γραμματικοί μας πληροφορούν ότι το επίθετο φίλιππος διατηρούσε την εσωτερική δασεία (φίλἱππος), αλλά ως κύριο όνομα την έχανε (Φίλιππος). 

Οι επιγραφές άλλοτε σημειώνουν την εσωτερική δασεία και άλλοτε όχι (π.χ. εὔορκος, αλλά και εὔhορκος), γεγονός που δείχνει ότι η άρθρωσή της ήταν προαιρετική και εξαρτιόταν πιθανώς και από παράγοντες όπως το ύφος, η ταχύτητα ομιλίας ή το κατά πόσο τα δύο συνθετικά είχαν ενωθεί πλήρως ή όχι στη συνείδηση του ομιλητή.

στ) Η υποχρεωτική παρουσία της δασείας στο αρχικό ὑ- δεν έχει λάβει ακόμη επαρκή εξήγηση, αλλά μάλλον πρόκειται για φωνητικό φαινόμενο (συνοδίτης φθόγγος) και δεν έχει ετυμολογική προέλευση.        

(Σταύρος Γκιργκένης)

Η προελληνική καταγωγή του ονόματος του Οδυσσέα





Το όνομα του θρυλικού ήρωα του έπους θεωρείται γενικά ότι έχει προελληνική προέλευση, ανήκει δηλαδή στο γλωσσικό υπόστρωμα των λαών που αφομοίωσαν με την πάροδο του χρόνου οι Έλληνες. 

Η προσπάθεια ετυμολογίας από το ὀδύσσομαι (= ο Μισητός) αποτελεί λαϊκή παρετυμολογία. Η προελληνική προέλευση του ονόματος καθίσταται ολοφάνερη από την ποικιλία με την οποία εμφανίζεται το όνομα στην Ελληνική, αποτέλεσμα της προσπάθειας των Ελλήνων να αποδώσουν τους φθόγγους μιας ξένης γλώσσας. 

Έτσι βρίσκουμε τους τύπους Οδυσ(σ)εύς με δέλτα, και Ολυτ(τ)εύς, Ολυσ(σ)εύς, Ολισεύς, Ωλυσσεύς, Ουλίξης, Ουλιξεύς, λατινικά Ulixes, ετρουσκικά Utuse. Βλέπουμε μια εναλλαγή μεταξύ δ και λ (ο ετρουσκικός τύπος Utuseείναι δάνειο από κάποια ελληνική διάλεκτο με δ, ο λατινικός τύπος είναι δάνειο από κάποια δυτική ελληνική διάλεκτο με λ), γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στην προφορά του προελληνικού φθόγγου ως κάτι μεταξύ δ και λ. 

Η εναλλαγή αυτή εμφανίζεται και σε άλλες λέξεις προελληνικής καταγωγής. Πβ. το κλασικό παράδειγμα λαβύρινθος, που στην μυκηναϊκή εμφανίζεται ως δαβύρινθος.[1] Το αρχικό Ο-/Ου-/Ω- μπορεί να είναι προθετικό φώνημα. Πβ. Χαττικό Λύξης (που ήταν και όνομα του πατέρα του Ηρόδοτου), Λυδικό Λίξος. 
[Πηγή: Beekes, “Pre-Greek Names”, JIS 37, 2009]


[1] Παλαιότερα η λέξη συνδεόταν με τη λυδική λέξη λάβρυς που σύμφωνα με τον Πλούταρχο (302Α) σήμαινε «πέλεκυς». Έτσι λαβύρινθος θα ήταν «ο οίκος των διπλών πελέκεων» με αναφορά στο περίφημο μινωικό σύμβολο. Μερικοί μάλιστα πρότειναν ότι το λυδικό σύμβολο για το λ (˘|˘) παριστάνει ένα διπλό πελέκι. 

Σήμερα η λέξη τείνει να συνδεθεί με τον χεττιτικό βασιλικό τίτλο labarna/tabarna, όπου παρατηρούμε πάλι την εναλλαγή υγρού και οδοντικού. 

Συνεπώς λαβύρινθος = «ο οίκος του βασιλιά». Πβ. το καρικό τοπωνύμιο Λαβρύανδα και θεωνύμιο Λαύραυνδος. Στη μυκηναϊκή απαντά η έκφραση «πότνια δαβυρίνθοιο» = «η βασίλισσα, η δέσποινα, η κυρά του λαβύρινθου». 

Η προφορά του φθόγγου /ρ/ στα αρχαία Ελληνικά





Ο φθόγγος /ρ/ κατατασσόταν από τους αρχαίους γραμματικούς στα λεγόμενα υγρά σύμφωνα, συνήθως μαζί με το /λ/, αλλά ενίοτε και μαζί με τα /μ,ν/, τα λεγόμενα έρρινα. Η διεθνής ορολογία liquid προέρχεται από το λατινικό liquidus, το οποίο αποτελεί με τη σειρά του μετάφραση του ελληνικού όρου. 

Σύμφωνα με την πιο αποδεκτή ερμηνεία ο όρος σημαίνει εδώ «ρευστά, ασταθή» και επινοήθηκε από μετρική σκοπιά: συμφωνικά συμπλέγματα που αποτελούνται από ένα κλειστό σύμφωνο + ρ,λ,μ,ν μπορούν από μετρική άποψη να κάνουν την ποσότητα μιας προηγούμενης συλλαβής που περιέχει βραχύ φωνήεν «βαριά» ή «ελαφριά» ανάλογα με τις μετρικές ανάγκες. Για παράδειγμα η γενική πατρός, αν συλλαβιζόταν στο στίχο ως πατρ-όςέδινε βαριά συλλαβή (πατρ-), ενώ αν συλλαβιζόταν πατ-ρός έδινε ελαφριά (πατ- ).

Από τις περιγραφές των αρχαίων γραμματικών και του Πλάτωνα συμπεραίνουμε ότι στα περισσότερα περιβάλλοντα το /ρ/ προφερόταν παλλόμενο και ηχηρό, όπως και σήμερα. Ωστόσο σε ορισμένα περιβάλλοντα φαίνεται ότι είχε και μια άηχη, δασυνόμενη ποικιλία (αλλόφωνο). Αυτό μαρτυρείται πρώτα-πρώτα από το γεγονός ότι στις περισσότερες ελληνικές διαλέκτους το αρχικό ρ- δασύνεται, ῥ, δηλαδή ακουγόταν ως rh. Την προφορά μαρτυρούν και τα λατινικά δάνεια, όπως λ.χ. rhetor =ῥήτωρ.

Αρχαϊκές επιγραφές που χρησιμοποιούν το Η (h), για να δηλώσουν τη δασεία, σημειώνουν το δασυνόμενο ρ, όπως ο κερκυραϊκός τύπος ΡΗΟFΑΙΣΙ (=ρhοFαῖσι = αττικόῥοαῖσι), παλαιό αττικό Φρεάρhιος σε όστρακα από τον οστρακισμό του Θεμιστοκλή, βοιωτικό hραφσαFοιδοῖ = ῥαψῳδῷ. Ο βοιωτικός τύπος, αλλά και η αρχαία αρμενική μεταγραφή hretor (ομοίως στην Κοπτική Αιγυπτιακή), δείχνουν ότι η δασεία μπορούσε ορθογραφικά να σημειώνεται και πριν και μετά από το /ρ/. Αυτό δείχνει ότι η δασεία δεν αποτελούσε εδώ ξεχωριστό φθόγγο, αλλά μέρος της ποιότητας του φθόγγου, δηλαδή ο φθόγγος ήταν ο ίδιος δασύς. 

Η σύγχρονη τσακωνική εξέλιξη ši- (=παχύ σίγμα) από λακωνικό ῥι- παρέχει διαλεκτική υποστήριξη σ’ αυτήν την προφορά. Σε νομίσματα της δυναστείας Kušan (2ος αιώνας μ.Χ.) που χρησιμοποιούν το ελληνικό αλφάβητο ο ιρανοβακτριανός φθόγγος š αποδίδεται με το ελληνικό Ρ.

Ψιλωτικές διάλεκτοι, όπως η αιολική, φαίνεται ότι πρόφεραν ηχηρά και το αρκτικό ρ-, όπως λ.χ. ῤάρος (=έμβρυο, βρέφος) που παραδίδεται από τον σχολιαστή του Διονυσίου του Θρακός ως αιολική λέξη. Το αναδιπλασιασμένο -ρρ- στο εσωτερικό λέξης σύμφωνα με τους γραμματικούς ήταν ψιλωμένο στο πρώτο του στοιχείο και δασυνόμενο στο δεύτερο, δηλαδή ῤῥ. Ο φθόγγος επομένως άρχιζε ως ηχηρός και κατέληγε ως δασύς. 

Από τους αρχαίους γραμματικούς μαθαίνουμε ότι το -ρ- ήταν δασύ και ύστερα από δασέα κλειστά σύμφωνα, δηλαδή στα συμπλέγματα φρ, χρ, θρ. Δηλαδή η δασύτητα του πρώτου φθόγγου επηρέαζε και το ρ. Αυτό υποδεικνύουν και λατινικές μεταγραφές, όπως Prhygia, Crhysippus. Αυτή η εξέλιξη μάς βοηθά να καταλάβουμε και την αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή γιατί το τέτρ-ἱππος γράφεται τέθριππος και το προ-ὁρα (=prohora) γίνεται φρουρά. 

Στην τελευταία λέξη η δασύτητα μεταφέρεται στο ρ (>ῥ), τα δύο φωνήεντα συναιρούνται και στη συνέχεια το ῥ μεταφέρει τη δασύτητά του στο προηγούμενο σύμφωνο (π>πh>φ). 

Φαίνεται ότι η δασύτητα του αρκτικού ρ- οφείλεται στο ιστορικό γεγονός ότι προήλθε τις περισσότερες φορές από προηγούμενο σρ-. Το σ- γινόταν δασεία που μεταφερόταν μετά στο ρ, δηλαδή σρ>hρ>ῥ-. Π.χ. σρέω>ῥέω. Από εδώ επηρεάστηκαν και αρχαία συμπλέγματα που άρχιζαν με δίγαμμα, δηλαδή wρ>hρ>ῥ-. Π.χ. wρέζω>ῥέζω.

Στον προφορικό αρχαίο λόγο φαίνεται ότι ένα αρχικό ρ- μπορούσε να αναδιπλασιαστεί, εάν σε συνεχόμενη ροή λόγου τύχαινε να βρεθεί μετά από ληκτικό βραχύ φωνήεν. Αυτό γίνεται αντιληπτό έμμεσα χάρη σε μετρικές ιδιομορφίες στα διαλογικά μέρη της τραγωδίας και της κωμωδίας. Π.χ. η συνεκφορά τίνι ῥυθμῷ (Ευρ.,Ελ. 772) προϋποθέτει από μετρική άποψη συνεχόμενη προφορά τίνιρρυθμῷ, δηλαδή ο ποιητής μεταχειρίζεται το ρ σαν να είναι στο εσωτερικό μιας και μόνο λέξης. 

O τονισμός της Αρχαίας Ελληνικής


Ο τονισμός στις διάφορες γλώσσες του κόσμου έχει διάφορες ποικιλίες, αλλά χοντρικά μπορούμε να ξεχωρίσουμε δύο βασικά είδη τόνου: τον δυναμικό τόνο, στον οποίο το τονισμένο φωνήεν της λέξης προφέρεται σε διαφορετική ένταση φωνής από τα υπόλοιπα φωνήεντα. Και στον μουσικό τόνο, όπου το τονισμένο φωνήεν προφέρεται σε διαφορετικό ύψος φωνής από τα υπόλοιπα φωνήεντα. 

Δυναμικό τόνο έχει η Νέα Ελληνική και οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Μουσικό τόνο έχει λ.χ. η Νορβηγική και η Κινεζική. Ωστόσο μουσικά στοιχεία υπάρχουν και σε γλώσσες με δυναμικό τονισμό, μόνο που δεν είναι λεξικά, αλλά λειτουργούν σε προτασιακό επίπεδο. Π.χ. στο τέλος μιας ερώτησης ή μιας έκφρασης θαυμασμού. 

Αυτό ονομάζεταιεπιτονισμός και συνήθως σημειώνεται με τα σημεία στίξης (λ.χ, !, ;). Αλλά και αντίστροφα: στο μουσικό τόνο συνήθως ενυπάρχουν και στοιχεία του δυναμικού. Λ.χ. η άνοδος του ύψους της φωνής μπορεί να συνοδεύεται από αύξηση ή μείωση της έντασής της.

Η Αρχαία Ελληνική είχε μουσικό τόνο. Αυτό αποδεικνύεται από τα εξής στοιχεία:

1) Οι περιγραφές των αρχαίων γραμματικών παραπέμπουν σε μουσικό τονισμό. Ο Αριστοτέλης περιγράφει στη Ρητορική τον τονισμό ως ένα είδος αρμονίας. Στη μουσική παραπέμπουν και οι όροι που χρησιμοποιούνται: οξεία ( =ψηλή φωνή), βαρεία (=βαριά φωνή), αλλά προπάντων ο όρος προσωδία (= η μουσική που συνοδεύει τις συλλαβές) και οι όροι τόνος ή τάσις (=τέντωμα), οι οποίοι προέρχονται από το τέντωμα (επίτασις) ή τη χαλάρωση (άνεσις) των χορδών των μουσικών οργάνων χάρη στα οποία ποικίλλει το ύψος ενός μουσικού οργάνου.

2) Το μέτρο (=ρυθμός) των ποιημάτων δεν δημιουργείται από την εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών, όπως στα Νέα Ελληνικά και τις γλώσσες με δυναμικό τόνο, αλλά από την εναλλαγή μακρών και βραχειών συλλαβών. Ο τόνος δεν λαμβάνεται υπόψη στη δημιουργία του μέτρου.

3) Στις σπάνιες περιπτώσεις που έχει διασωθεί η μουσική που συνόδευε τα ποιήματα (λ.χ. επιτάφιο άσμα του Σείκιλου -βλ. την εικόνα που ακολουθεί), αυτή λαμβάνει γενικά υπόψη της την έμφυτη μουσικότητα των λέξεων: έτσι λ.χ. οι συλλαβές που έχουν οξεία είναι σε υψηλότερη νότα από τις άλλες συλλαβές της λέξης που δεν έχουν οξεία.




4) Η δημιουργία σημαδιών από το 200 π.Χ. και μετά για τη δήλωση του τόνου υποδεικνύει ότι οι δάσκαλοι τα θεωρούσαν απαραίτητα, για να μάθουν οι μαθητές ένα σύστημα τονισμού που είχε αρχίσει να εκλείπει ή τουλάχιστον να τους δυσκολεύει. [i]


ΒΡΑΧΕΑ-ΜΑΚΡΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ-ΔΙΦΘΟΓΓΟΙ
Η Αρχαία Ελληνική διέκρινε βραχέα και μακρά φωνήεντα. Η διάκριση αφορούσε το χρόνο εκφοράς: τα βραχέα εκφέρονταν σε ένα χρόνο, τα μακρά σε διπλάσιο. Οι δίφθογγοι από αυτή την άποψη μπορούν να θεωρηθούν ως ειδική περίπτωση των μακρών, με τη διαφορά ότι ο δεύτερος χρόνος καλυπτόταν από διαφορετικό φωνήεν σε σχέση με τα μακρά. Έτσι έχουμε:

Βραχέα: ε, ο, υ, ι, α

Μακρά: η (=εε), ω (=οο), α (=αα), ι (=ιι), υ (=υυ)


Παράδειγμα διφθόγγου: αι = όπως ακούγεται στη λέξη καημός.


ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΟΝΙΣΜΟΥ
Ήταν τρία: οξεία ’, βαρεία ‛ , οξυβάρεια ’‛ ή περισπωμένη.


ΟΙ ΤΟΝΟΙ
Στην οξεία το ύψος της φωνής ανέβαινε στο τονισμένο φωνήεν. Μια υπόθεση λέει ότι ανέβαινε κατά ένα διάστημα πέμπτης, δηλαδή στην κλίμακα λ.χ. του ντο από το ντο στο σολ.

Στη βαρεία το ύψος της φωνής ήταν καθοδικό σε σχέση με την οξεία. Δηλαδή η φωνή κατέβαινε ξανά στο ντο ή εν πάση περιπτώσει στο κανονικό, ασημάδευτο ύψος φωνής των άτονων φωνηέντων. Κάποια στιγμή σημειωνόταν καταχρηστικά σε όλα τα μη τονισμένα φωνήεντα. Αργότερα η χρήση της περιορίστηκε μόνο σε λέξεις που κανονικά έπαιρναν οξεία στη λήγουσα (οξύτονες) και μετά δεν ακολουθούσε ισχυρό σημείο στίξης (λ.χ. τελεία) ή εγκλιτικό. Μια εύλογη υπόθεση είναι ότι η άνοδος του ύψους της φωνής σ' αυτή την περίπτωση δεν ήταν τόσο υψηλή όσο στην κανονική οξεία. 

Η περισπωμένη (οξυβάρεια) σημείωνε την άνοδο της φωνής στον πρώτο χρόνο και την κάθοδό της στο δεύτερο χρόνο (σύνθετος τόνος). Επομένως χρειάζεται δύο χρόνους για να εκφραστεί, και άρα αφορά μόνο τα μακρά φωνήεντα και τις διφθόγγους. Αυτός είναι ο λόγος που μαθαίνουμε τον κανόνα ότι τα βραχέα φωνήεντα δεν παίρνουν ποτέ περισπωμένη: τα βραχέα έχουν μόνο ένα χρόνο. 

Ένας άλλος κανόνας που μαθαίνουμε στο σχολείο είναι ότι οι δίφθογγοι -οι και -αι στο τέλος κλιτής λέξης λογαριάζονται για τον τονισμό ως βραχέα φωνήεντα και όχι ως μακρά: στην περίπτωση αυτή το δεύτερο στοιχείο της διφθόγγου, το -ι, πρέπει να μετατρεπόταν στον καθημερινό γρήγορο λόγο σε ημίφωνο -y (όπως λ.χ. στα Νέα Ελληνικά το -ι- στη λέξη παιδιά, προφορά πεδyά), δηλαδή σε σύμφωνο, άρα η προφορά ήταν -oy, -ay και επομένως η δίφθογγος απέμενε μόνο με έναν φωνηεντικό χρόνο (ο ή α), άρα μπορούσε να θεωρηθεί ως βραχύ φωνήεν. Όταν ένα μακρό φωνήεν έπαιρνε οξεία, αυτό σημαίνει ότι το ύψος της φωνής ανέβαινε μόνο στον δεύτερο χρόνο. Παράδειγμα:

κέὲπος = κῆπος
κεέπου =κήπου


Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΣΥΛΛΑΒΙΑΣ
Ο βασικότερος ίσως κανόνας τονισμού της Αρχαίας Ελληνικής είναι ότι ο τόνος δεν μπορεί να ανέβει πριν από την προπαραλήγουσα (δηλαδή την τρίτη συλλαβή από το τέλος) κι αυτό όταν η λήγουσα είναι βραχεία. Όταν η λήγουσα είναι μακρά, ο τόνος κατεβαίνει αναγκαστικά στην παραλήγουσα. Π.χ. το όφελος, αλλά του οφέλους. 

Στην πραγματικότητα πίσω από αυτό τον κανόνα κρύβεται ένας γενικότερος, βασικότερος και παλιότερος: ο τόνος δεν μπορεί να ανέβει πέρα από τον τρίτοφωνηεντικό χρόνο από τη λήγουσα. Στο παράδειγμα με τη λέξη όφελος ο κανόνας είναι ολοφάνερος:

όφελος: όλα τα φωνήεντα είναι βραχέα, άρα διαρκούν από έναν χρόνο (3Χ1). Η λέξη τονίζεται στον τρίτο χρόνο από τη λήγουσα.

οφέλους: το ου της κατάληξης είναι δίφθογγος, άρα έχει δύο χρόνους, συνεπώς συνολικά η λέξη έχει τώρα 1+1+2 =4 χρόνους. 

Ο τόνος κατεβαίνει αναγκαστικά στον τρίτο χρόνο από το τέλος, άρα πάει στην παραλήγουσα.

Το ίδιο σχήμα ερμηνεύει και δισύλλαβες λέξεις, όπου φαινομενικά δεν έπρεπε να ισχύει ο νόμος της τρισυλλαβίας. Ισχύει όμως ο πιο βασικός νόμος της τριχρονίας:

κῆπος =κέεπος, ο τόνος πέφτει στον τρίτο χρόνο από το τέλος.

κήπου = κεέπου, ο τόνος πέφτει στον τρίτο χρόνο από το τέλος.[ii]

κῆποι = κέεποι, ο νόμος φαινομενικά μόνο παραβιάζεται, αφού είπαμε ότι το -οι στο τέλος κλιτής λέξης γίνεται oy και του απομένει μόνο ένας φωνηεντικός χρόνος: πραγματική προφορά κέεποy.


Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΟΝ ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΤΟΝΟ
Η αλλαγή του τόνου από μουσικό σε δυναμικό ήταν βαθμιαία διαδικασία που ξεκίνησε αμέσως μετά την κλασική εποχή για τις περισσότερες ελληνικές διαλέκτους (υπάρχουν υποψίες ότι στη λακωνική ξεκίνησε ήδη από το τέλος της αρχαϊκής εποχής). Στην ενίσχυση της αλλαγής έπαιξε ίσως σημαντικό ρόλο και η διάδοση της Ελληνικής σε ξένους λαούς που δεν ήταν σε θέση να αναπαραγάγουν τα λεπτά μουσικά σχήματα της Ελληνικής, όπως σήμερα οι ξένοι ομιλητές της αγγλικής δεν μπορούν να αναπαραγάγουν εύκολα την λονδρέζικη προφορά και συνήθως υιοθετούν μια προφορά των δύσκολων φθόγγων πιο κοντά στη δική τους μητρική γλώσσα. 

Επιπλέον ο μουσικός τόνος χρειαζόταν τα μακρά φωνήεντα και τις διφθόγγους, για να εκφραστεί. Η βαθμιαία μετατροπή των μακρών σε βραχέα και ο μονοφθογγισμός των διφθόγγων (π.χ. καιρός > καερός > κεερός > κερός) οδήγησε στην απώλεια και του μουσικού τονισμού. 

Η μετάβαση στο δυναμικό τονισμό φαίνεται να ολοκληρώθηκε στους δύο πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, αφού τα ποιήματα του Κλήμεντος από την Αλεξάνδρεια (τέλος 2ου αιώνα μ.Χ.) ή του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού (4ος αιώνας μ.Χ.) στηρίζονται στην εναλλαγή άτονων και τονισμένων συλλαβών, όπως στα Νέα Ελληνικά (βέβαια οι λόγιοι ποιητές εξακολούθησαν να γράφουν στα παραδοσιακά μέτρα για αιώνες ακόμη). Ενδιάμεσα την επικράτηση του δυναμικού τονισμού μαρτυρούν ορθογραφικά «λάθη» σε παπυρικά ευρήματα από καθημερινούς ανθρώπους. 

Έτσι λ.χ. συχνά το ε γράφεται ως γιώτα σε άτονες συλλαβές: είναι γνωστό ότι ο δυναμικός τόνος έχει την τάση να «εξασθενεί» τα άτονα φωνήεντα, οδηγώντας τα ακόμη και στην οριστική έκπτωση από τη λέξη. Ένα παρόμοιο φαινόμενο παρουσιάζεται στα λεγόμενα βόρεια νεοελληνικά ιδιώματα: π.χ. νιρό αντί νερό, σκλί αντί σκυλί κ.ο.κ.[iii] 


[i] Υπήρχαν φυσικά και άλλοι λόγοι για την επινόηση των τονικών σημαδιών, ο κυριότερος από τους οποίους ήταν η ανάγκη να σημειωθούν οι τόνοι σε διαλεκτικά κείμενα των οποίων ο τονισμός διέφερε από τον επικρατούντα αττικό. Λ.χ. τα κείμενα των Λέσβιων αρχαϊκών λυρικών (Σαπφώ, Αλκαίος) ήταν γραμμένα σε μια διάλεκτο που είχε την τάση να ανεβάζει τον τόνο των λέξεων μακριά από τη λήγουσα. Π.χ. πόταμος αντί ποταμός. 

Επίσης τα ομηρικά κείμενα ήταν γεμάτα με ιωνικούς, λεσβιακούς και άλλους πανάρχαιους τύπους και οι μαθητές και οι σπουδαστές έπρεπε να μάθουν τον σωστό τονισμό αυτών των λέξεων, πολλές από τις οποίες δεν χρησιμοποιούνταν πια στην ελληνιστική εποχή. Τέλος στη χρήση τόνων μπορεί να συνέβαλε και η ανάγκη των ξένων να μάθουν σωστά την Ελληνική.

[ii] Αυτόν τον νόμο τον μαθαίνουμε μηχανικά στο σχολείο ως «μακρό μπροστά από βραχύ περισπάται», «μακρό μπροστά από μακρό οξύνεται».

[iii] Ο κλασικός λακωνικός τύπος σιός αντί θεός (με «αδυνάτισμα» του άτονου ε σε ι) είναι μία από τις ενδείξεις που εξαιτίας τους οι γλωσσολόγοι υποπτεύονται ότι στη λακωνική η εξέλιξη προς το δυναμικό τόνο ξεκίνησε νωρίτερα από τις άλλες διαλέκτους. [Ο λακωνικός τύπος είναι ενδιαφέρων και από μια άλλη άποψη: δείχνει ότι τα δασέα σύμφωνα όπως το -θ- (κλασική προφορά περίπου /τχ/ =τχεός) ξεκίνησαν να γίνονται τριβόμενα (όπως σήμερα) στη λακωνική επίσης νωρίτερα σε σχέση με άλλες αρχαίες διαλέκτους: το σ- φαίνεται να αποτελεί απόπειρα να αποδοθεί ένα τριβόμενο θ όπως το σημερινό με τον πιο κοντινό φθόγγο που διέθετε το ελληνικό αλφάβητο, με άλλα λόγια η λακωνική προφορά στην πράξη πρέπει να ήταν /θιός/ ή /θyός/ με συνίζηση)]. 

Η επικράτηση ισχυρού δυναμικού τόνου είναι και ο λόγος που λ.χ. στη Γαλλική υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά μεταξύ ιστορικής ορθογραφίας και πραγματικής προφοράς. Η Λατινική, ο πρόγονος της Γαλλικής, είχε επίσης μουσικό τόνο. Στην πορεία προς τη Γαλλική η επικράτηση δυναμικού τονισμού οδήγησε στον ακρωτηριασμό των άτονων συλλαβών: ils aiment πραγματική προφορά ilz-em. Ο ακρωτηριασμός των καταλήξεων οδήγησε στο να τονίζονται όλες οι γαλλικές λέξεις στη λήγουσα!



Τι σήμαινε το όνομα του Αχιλλέα;




Ο ισχυρότερος ήρωας των Αχαιών στην επική παράδοση φέρει όνομα, το οποίο έχει γνήσια μυκηναϊκή καταγωγή, αφού απαντά στις μυκηναϊκές πινακίδες της Εποχής του Χαλκού ως όνομα καθημερινών ανθρώπων και στην Κνωσό και στην Πύλο (Αχιλλεύς, Αχιλλήwει -ονομαστική και δοτική αντίστοιχα). 

Παλιότερα υπήρχε μια τάση να συνδεθεί το όνομα με το πρώτο στοιχείο του ονόματος των ποταμών Αχελώος και Αχέρων, όπου η ρίζα αχ- θα συνδεόταν με την έννοια «ύδωρ, νερό» και ίσως να είχε και χθόνιες συνδηλώσεις.

Σήμερα η άποψη αυτή έχει γενικά εγκαταλειφθεί και οι περισσότεροι ειδικοί συνδέουν το όνομα με τη ρίζα της λέξης ἄχος (=πόνος, θλίψη, στενοχώρια, άγχος αγωνία, λύπη). Η σύνδεση αυτή είχε γίνει ήδη από την αρχαία εποχή και αναβίωσε χάρη σε τρεις σπουδαίους φιλολόγους της σύγχρονης εποχής, τους Kretschmer, Palmer και Nagy. 

Ο πρώτος θεωρεί ότι το όνομα σχηματίστηκε ως εξής (οι τύποι με αστερίσκο είναι υποθετικοί):

ἄχος > *ἀχίλος (όπως οργή > οργίλος) > Ἀχιλλεύς. Στην περίπτωση αυτή το όνομα θα σήμαινε «αυτός που έχει τάση για ἄχος» με το ἄχος να έχει μια από τις σημασίες που αναφέρονται παραπάνω. Ομοίως οργίλος = αυτός που έχει τάση για οργή.

Οι Palmer και Nagy θεωρούν ότι το όνομα είναι σύνθετο, ἄχος + λαwός (= στρατός), και σχηματίστηκε ως εξής:

ἀχι- (η μορφή που παίρνουν αντίστοιχα ουσιαστικά κατά τη σύνθεση. Πβ. κῦδος > κυδι-άνειρα / κάλλος > καλλι-άνασσα) > *Ἀχί-λαwος > Αχιλλεύς. Στην περίπτωση αυτή το όνομα θα ήταν υποκοριστικό. Πβ. Πατροκλέwης > Πάτροκλος, Εχέλαwος > Έχελος, Πενθίλαwος > Πένθιλος. 

Ο διπλασιασμός του συμφώνου (εδώ -λλ-) είναι συχνός στα υποκοριστικά (π.χ. Χάριλλος < Χαρίλαος, Κλεόμμας < Κλεομένης), το ίδιο και η κατάληξη -εύς (Αλεξεύς < Αλέξανδρος). Στην περίπτωση αυτή το όνομα θα σήμαινε «αυτός που προκαλεί ἄχος στον στρατό»


[Πηγές: G. Holland, "The name of Achilles", Glotta 71, 1993, 17-27]

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Η ετυμολογία των ονομάτων των θεών του Ολύμπου



Σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόλογο και γλωσσολόγο George Curtius (1820-1885), η λέξη Όλυμπος προέρχεται από τη ρίζα -λαμπ- και ερμηνεύεται σαν ο ολολαμπής, ο ολόλαμπρος ή ο ολόλευκος. Έτσι, οι Ολύμπιοι θεοί είναι οιΛαμπεροί ή Λάμποντες θεοί.

Δίας ή Ζευς: Το όνομα του Δία [ή με μια μικρή παραλλαγή του πρώτου γράμματος (Δίας - Βίας)], είναι ένα από τα κατ’ εξοχήν ονόματα δύναμης, δηλαδή παραπέμπει στη δύναμη (βία) και την εξουσία του μεγάλου θεού.

Μερικοί ετυμολογούν το όνομά του σε σχέση με τη ζωή (~Ζευς), δηλαδή«ζωοδότης», λόγω του ότι είναι ο γεννήτορας των θεών και των ανθρώπων ή από το αρχαιοελληνικό ρήμα «ζεύγνυμι» (= βάζω κάτω από το ζυγό, υποτάσσω, συνδέω, ενώνω), επειδή ο Δίας, μετά την κατατρόπωση του πατέρα του, του Κρόνου, ανέλαβε να ενώσει ξανά τον κόσμο και να τον υποτάξει στη δική του κοσμική εξουσία.

Ήρα: Μερικοί θεωρούν πως το όνομα της Ήρας προέρχεται από αναγραμματισμό της λέξης «ἀήρ» = αέρας, ενώ άλλοι ισχυρίζονται πως προέρχεται ετυμολογικά από τη λέξη «έρα» που σημαίνει γη, με αναγραμματισμό της λέξης «Ρέα», που είναι μια θεότητα, η οποία ταυτίζεται με το στοιχείο της γης. 

Η Ήρα, γενικά είναι μια ισχυρή θεά, που εξουσιάζει κι αυτή, τη γη και τον αέρα, ως σύζυγος του κοσμοκράτορα Δία. Βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στον ουράνιο κόσμο και στα γήινα πράγματα. Μυστικιστικά, αντιπροσωπεύει τη δύναμη της ψυχής και την εκδήλωση της ζωής πάνω στη γη.

Σύμφωνα με άλλες εκδοχές, το όνομά της σχετίζεται με την «ὤρα» = εποχή, κατάλληλη στιγμή, εξ ου και ωραίος = αυτός που βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή του, ο ώριμος, ο όμορφος ή με τη λέξη «ἤρως» = ήρωας, επειδή η Ήρα μπορούσε να καταστήσει κάποιον ένδοξο, όπως συνέβη με τον Ηρακλή (< Ήρα + κλέος = αυτός που δοξάστηκε χάρη στο μίσος της Ήρας).

Ερμής: Το όνομα του Ερμή προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα: εἴρω, το οποίο έχει δύο σημασίες: α) συνδέω, ενώνω (εξού και «ειρήνη» = ο συνδετικός κρίκος, που ενώνει τους ανθρώπους) και β) λέγω, ομιλώ, αναγγέλλω. Είναι προφανές πως το όνομα «Ερμής» προσιδιάζει στη δεύτερη σημασία του ρήματος, καθώς, ως γνωστόν, ήταν ο αγγελιοφόρος των θεών, αλλά και γενικότερα ο θεός του λόγου, της επικοινωνίας, της νόησης, της ομιλίας, της ευφράδειας.

Πιθανόν η λέξη αυτή σχετίζεται με τον Ερμή Τρισμέγιστο (τρεις + magister = μάγιστρος,μάγος), τον σεληνιακό θεό των Αιγυπτίων, Θωθ, προστάτη και εμπνευστή της αστρολογίας και της αλχημείας, ο οποίος ταυτίστηκε με τον Ερμή της ελληνικής μυθολογίας. Εξάλλου, ο Ερμής ήταν ένας πολυμήχανος θεός, που κατά κάποιον τρόπο σχετιζόταν με το μυστήριο και τον αποκρυφισμό, διότι ένα από τα καθήκοντά του ήταν να μεταφέρει τις ψυχές των νεκρών, ως τον ποταμό Αχέροντα και να τις παραδίδει στον Χάροντα (ψυχοπομπός).

Απόλλωνας: Ο Απόλλωνας υπήρξε ο θεός του φωτός (γι’ αυτό αποκαλείται και Φοίβος (<ρ. φάω = φωτίζω, ουσ. φάος = φως) = φωτεινός), της μουσικής και της μαντικής τέχνης. Το όνομά του προέρχεται από το στερητικό “α” και τη λέξη «πολλών», δηλαδή αυτός που δεν προορίζεται για τους πολλούς. Ίσως, να θεωρήθηκε πως λόγω των μαντικών του ικανοτήτων, τις οποίες σε λίγους ανθρώπους μετέδιδε, ήταν ο θεός «των λίγων και εκλεκτών».

Άλλες εκδοχές είναι οι εξής: το όνομα Απόλλων ίσως σχετίζεται με τη φράση«ἀπέλλαι σηκοί» = ιεροί λίθοι, κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο, οι οποίοι ήταν σημαντικοί στη λατρεία του θεού ή με το ρήμα «πέλομαι ή πολέω-ῶ» = περιφέρομαι, κινούμαι πέριξ ή με τη λέξη «ἀπελος» = ισχύς, δύναμη. Η δύναμη του θεού Απόλλωνα ήταν πολυεπίπεδη και μυστηριακή. Δύναμη πνευματική και ψυχική (ο διαφωτιστής των ψυχών και των πνευμάτων, μέσω των μυστηριακών θεσφάτων και των μαντειών), αλλά και δύναμη σωματική (γοητεία, ικανότητα τόξευσης και πρόκλησης βλάβης από απόσταση: ἐκηβόλος Ἀπόλλων).

Άρης: Η ετυμολογία του ονόματος του θεού Άρη, είναι η εξής: το όνομα "Άρης" προέρχεται από το αρχαιοελληνικό συνηρημένο ρήμα "αἱρέω-ῶ",που σημαίνει “συλλαμβάνω, κυριεύω” ή από το "ἀναιρέω-ῶ", που σημαίνει “φονεύω, σκοτώνω’’, υποδηλώνοντας και επιβεβαιώνοντας την πολεμική και επιζήμια για τους ανθρώπους, δράση του θεού Άρη. [Άρης = πλήγμα, βλάβη, ἀρά (= κατάρα) για τους θνητούς].

Ποσειδώνας: Ο ενοσείχθων ή σεισίχθων (= κοσμοσείστης) Ποσειδώνας, προέρχεται ετυμολογικά από: α) πότος ή πόντος (= θάλασσα) + δάω (= μαθαίνω, κατέχω κάτι, είμαι ειδήμων, γνωρίζω καλά), δηλαδή αυτός πουγνωρίζει καλά, συνεπώς εξουσιάζει τη θάλασσα και γενικά το υγρό στοιχείο, β) πόσις (<ρ. πίω = πίνω) + δοῦναι (< ρ. δίδωμι = δίνω),δηλαδή αυτός που παρέχει το πόσιμο ύδωρ, γ) εἴδη + ποιῶν, αυτός που δημιουργεί τα παράξενα πλάσματα (είδη) της θάλασσας, που δεν υπάρχουν στη στεριά.

Πλούτωνας: Ο θεός του θανάτου και του Κάτω Κόσμου. Ήταν γνωστός και με το όνομα Άδης (< στερητικό α + ἰδεῖν = αόρατος, αθέατος κόσμος ήστερητικό α + δέδια = ατρόμητος, «αδάμαστος»). Έτσι μάλιστα ονομαζόταν συνεκδοχικά όλο του το βασίλειο, που βρισκόταν στα σκοτεινά έγκατα της γης. Πιθανή είναι η συσχέτιση του ονόματός του με το ρ. πλανάωμαι-ῶμαι = περιπλανιέμαι, περιφέρομαι, δεν έχω μόνιμο τόπο διαμονής, διότι ένα βασικό χαρακτηριστικό των ψυχών που φιλοξενούνταν στο βασίλειό του ήταν η συνεχής περιφορά και κίνηση, χωρίς κάποιον συγκεκριμένο χώρο στάσης.

Η άϋλη φύση των ψυχών, δηλαδή, τους έδινε αιθέριες ιδιότητες· δεν είχαν βάρος, σώμα, υλική απόσταση για να σταθούν σε ένα σημείο, όπως και ο αέρας που συνεχώς κινείται. Επίσης, επειδή ο Πλούτωνας έχει το βασίλειό του μέσα στη γη, θεωρείται χθόνιος θεός, ο οποίος δεδομένης και της ένωσής του με την Περσεφόνη, την κόρη της θεάς Δήμητρας, σχετίζεται με την παραγωγή των δημητριακών. Επειδή, λοιπόν, θεωρείται ανάμεσα στα άλλα και θεός της γονιμότητας και της γεωργικής αφθονίας, ονομάζεται «Πλούτων», δηλαδή ένα παράγωγο της λέξης«πλούτος», εννοώντας φυσικά τον «πλούτο» της γης, την καλή σοδειά.

Ήφαιστος: Ο θεός της φωτιάς και των τεχνών. Το όνομά του προέρχεται α) από το ρ. φάω = φωτίζω + ἵστωρ = ο γνώστης, δηλαδή αυτός που είναι ειδήμων στη γνώση του φωτός ή της φωτιάς, β) από το ἅπτω = ανάβω, γ) από το Άφαιστος: προθετικό α + φαιστός (< ρ. φάω) = λαμπερός, φωτεινός.

Αθηνά: Η θεά της σοφίας, της φρόνησης, της υγείας και των οικιακών τεχνών. Ακόμη, είναι πολεμική θεά, με γνώμονα το δίκαιο και τη φρόνηση. Η πιο δημοφιλής ετυμολογία του ονόματός της είναι: Α-θεο-νόα ή Η-θεο-νόα, δηλαδή «η νόηση του θεού», κατά τον Πλάτωνα.

Άλλες εκδοχές: α) από το ρ. ἀθρέω-ῶ = βλέπω, παρατηρώ, εξετάζω (εξ ου και «γλαυκώπις Ἀθήνη» (< ρ. γλεύσσω = βλέπω καθαρά) = αυτή που βλέπει καθαρά και ἄθρει και ἄθρησον = σκέψου, γ) από το στερητικό α + θήνη (~θηλή) = η αθήλαστη (διότι γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία και όχι από τη μητέρα της, την Μήτιδα (< Μήτις = σύνεση, φρόνηση), άρα δεν θήλασε).

Άρτεμη: Η θεά της σελήνης, του κυνηγιού, των αγριμιών και των δασών. Της αρέσει το κυνήγι, οι φόρμιγγες, οι χοροί, οι εκκωφαντικοί αλαλαγμοί, τα σκιερά δάση και οι δίκαιες πόλεις. Η ετυμολογία του ονόματός της προέρχεται από το ουσ. ἀήρ + τέμνω, δηλαδή αυτή που σκίζει τον αέρα,μάλλον λόγω της ιδιότητάς της να εξακοντίζει τα βέλη της στον αέρα εναντίον των θηραμάτων. Το δε επίθετο «ἀρτεμής» σημαίνει άρτιος, σώος, αβλαβής.

Αφροδίτη: Η θεά του έρωτα, του αισθησιασμού, της καλαισθησίας και της ομορφιάς. Είναι γνωστή η ιστορία της γέννησής της· αναδύθηκε μέσα από τον αφρό, που σηκώθηκε γύρω από την αθάνατη σάρκα του ουρανού, δηλαδή γύρω από τα γεννητικά όργανα του ουρανού, που έκοψε ο γιος του, ο Κρόνος και τα πέταξε στη θάλασσα (βλ. «Θεογονία» Ησιόδου στ. 188-193). Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ετυμολόγηση του ονόματος της θεάς από τον παράλληλο τύπο «Αβροδίτη» = αβροδίαιτη, αυτή που διάγει βίο τρυφηλό.

Δήμητρα: Η θεά της βλάστησης, της γονιμότητας και της αναπαραγωγής. Μαζί με την κόρη της την Περσεφόνη, συμβολίζει την κυκλική εκδήλωση της ύπαρξης μέσα από τη ζωή (ο κύκλος των εποχών), τον θάνατο και την αναγέννηση. Το όνομά της ετυμολογείται από το δη ή γη + μήτηρ = η Μητέρα-Γη. Το προσωνύμιο αυτό αποδιδόταν στη Δήμητρα, που ήταν η υπεύθυνη για την ανθοφορία της γης και τη δημιουργία των ζωοφόρων καρπών, που φυτρώνουν στην παντοτρόφο (ή κουροτρόφο) γη.

Εστία: Η θεά του σπιτιού και της οικογενειακής συγκέντρωσης. Η πιο σεμνή, αγνή και σεβαστή θεά, η πρεσβυτέρα όλων των θεών. Το όνομά της ετυμολογείται από τον δεύτερο τύπο του απαρεμφάτου του ρήματος ἵστημι = στέκομαι (ἑστηκέναι και ἑστάναι), ή από το ρήμα «ἕζομαι» = κάθομαι, επειδή το «γέρας» (= προνόμιο, έπαθλο) που της έδωσε ο Δίας, μετά τον όρκο της αιώνιας παρθενίας της, ήταν να στέκεται στο κέντρο της οικίας των θνητών, στην εστία, όπως ονομάστηκε, η οποία συμβολίζει την κυκλική συγκέντρωση και ένωση της οικογένειας, γύρω από το σημείο αφής της φωτιάς. 

Το «ιερό πυρ» της Εστίας, το οποίο στάθηκε η αφορμή να θεωρηθεί η φωτιά και ως μέσο εξαγνισμού, έπρεπε να διατηρείται άσβηστο στον οίκο, για να προστατεύει τα μέλη του από κάθε κακό. 

Μία άλλη εκδοχή λέει πως το όνομα «Εστία» σχετίζεται με την «ἐσσία» = ουσία, διότι τιμής ένεκεν, πάντοτε λάμβανε το «πίαρ» (< λατ. optimus = άριστος), δηλαδή το εκλεκτό κομμάτι, την «ουσία» από τα σφάγια των θυσιών.