"Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει" (Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Βιβλίο Α' )

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Λόγιες φράσεις - Αρχαίες - Βυζαντινές - Νεοελληνικές

ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣhttp://kostasvakouftsis.blogspot.gr/

ἀβρόχοις ποσίν: με στεγνά πόδια, χωρίς κόπο (μεταφορικά)

ἂβυσσος ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου: ανεξερεύνητη η ψυχή του ανθρώπου
ἂγνωστοι αἱ βουλαί τοῦ Ὑψίστου: άγνωστες οι σκέψεις του Θεού
ἂγομαι καί φέρομαι: καθοδηγούμαι, παρασύρομαι
ἀγρόν ἠγόρασε: αδιαφόρησε, δεν ενδιαφέρθηκε
(ἐν) ἀδαμιαίᾳ περιβολῇ: ολόγυμνος
ἀδήριτος ἀνάγκη: επιτακτική, άμεση ανάγκη
αἰδώς Ἀργεῖοι: ντροπή, κύριοι ! χρειάζεται και λίγο φιλότιμο !
αἰέν ἀριστεύειν : πάντοτε να είσαι πρώτος
αἰχμή δόρατος : το δυνατότερο σημείο, το ισχυρότερο ατού
ἂκουσον, ἂκουσον : τι θράσος, τι αναίδεια !
ἂκρον ἂωτον : αποκορύφωμα
ἀλήστου μνήμης : αλησμόνητος, αξέχαστος (ειρωνικά συνήθως)
ἂλλοθι : αλλού – δικαιολογία, ελαφρυντικό (μτφ)
ἅμα τῇ ἐμφανίσει (γενέσει κ.α.) : με την εμφάνιση ….
ἀμαχητί : χωρίς μάχη, χωρίς αντίσταση
ἅμ’ ἒπος ἅμ’ ἒργον : μόλις το είπε και το έκανε
ἀμισθί : χωρίς μισθό
ἂμοιρος εὐθυνῶν : χωρίς ευθύνη
ἀνάγκᾳ καί θεοί πείθονται : στην ανάγκη υποκύπτουν ακόμη και θεοί
ἀνακρούω πρύμναν : οπισθοχωρώ
ἀνάστα ὁ Κύριος : χαμός, φασαρία (μτφ)
ἀναφανδόν : φανερά
ἀνεπιστρεπτί : χωρίς επιστροφή
ἂνευ χαρτοφυλακίου : υπουργός χωρίς υπουργείο
ἀνήκεστος βλάβη : αθεράπευτη βλάβη
ἂνθρακες ὁ θησαυρός : ο θησαυρός αποδείχτηκε ασήμαντος
ἀντίπαλον δέος : αντίπαλος ίσης αξίας που εξασφαλίζει την ισορροπία
ἀντί πινακίου φακῆς :για ένα ασήμαντο ποσό
ἂνω ποταμῶν : εξωφρενικός, παράλογος
ἀνωτέρα βία : εξωτερικός εξαναγκασμός
ἂπαγε τῆς βλασφημίας : μη το πεις αυτό (γιατί θα είναι βλασφημία)
ἀπ’ ἂκρου εἰς ἂκρον : παντού
ἅπαξ διά παντός : μια για πάντα
ἀπείρου κάλλους : απαράδεκτα πράγματα
ἀπ’ ἐναντίας : αντίθετα
ἀπεταξάμην τόν Σατανᾶν : για πρόσωπο ή συνήθεια που εγκαταλείψαμε ή απαρνηθήκαμε (από το μυστήριο της βάφτισης)
ἀπευκταῖον : δυσάρεστο, συμφορά
ἀπέχω παρασάγγας : απέχω πάρα πολύ
ἀπνευστί : χωρίς αναπνοή, μονορούφι
ἀπό ἀμνημονεύτων χρόνων : από τα αρχαιότατα χρόνια
ἀποδημῶ εἰς Κύριον : πεθαίνω
ἀποδιοπομπαῖος τράγος : εξιλαστήριο θύμα, αυτός που φορτώνεται τις ευθύνες των άλλων
ἀποκηρύσσω μετά βδελυγμίας : αποδοκιμάζω κάτι με αηδία
ἀποκύημα φαντασίας : δημιούργημα φαντασίας, ψέμα
ἀπολωλός πρόβατον : παραστρατημένος, αυτός που βγήκε από το δρόμο του Θεού
ἀπό μηχανῆς θεός : άνθρωπος που δίνει λύση στο αδιέξοδο
ἀπονενοημένον διάβημα : πράξη απόγνωσης
ἀπορία ψάλτου βήξ : λέγεται γι’ αυτούς που προβάλλουν εύκολα αβάσιμες δικαιολογίες, όταν βρεθούν σε δυσχερή θέση
ἀπορῶ καί ἐξίσταμαι : τα’ χω εντελώς χαμένα
ἀποφράς ἡμέρα : καταραμένη μέρα
ἂρατε πύλας : ανοίξτε τις πόρτες
ἀργία ἐστί μήτηρ κακίας : η έλλειψη εργασίας γεννά κακές πράξεις
ἂρδην : τελείως, συθέμελα
ἆρον  ἆρον : με το έτσι θέλω (μεταφορικά)
ἂρτος καί θεάματα : μεγαλειώδη θεάματα για εντυπωσιασμό του λαού
ἀρχῆς γενομένης : αρχίζοντας από
ἀσθενής καί ὁδοιπόρος ἁμαρτίαν οὐκ ἒχει : για όσους παραβιάζουν τη νηστεία λόγω αρρώστειας ή ταξιδιού
ἀσκαρδαμυκτί : χωρίς ανοιγοκλείσιμο των ματιών
ἀσκός τοῦ Αἰόλου : αφήνω να ξεχυθούν μύρια κακά
ἂς ὂψεται (ὁ, ἡ κ.λ.π.) : φταίει ο, η …
ἀσυζητητί : χωρίς συζήτηση
ἂσωτος υἱός : σπάταλος, διεφθαρμένος άνθρωπος
ἀτιμωρητί : χωρίς τιμωρία
αὐθημερόν : την ίδια μέρα
αὐθωρεί καί παραχρῆμα : αμέσως, στη στιγμή
αὐτός ἒφα : αυτός το είπε (κάποιος με κύρος, άρα δεν κάνει λάθος)
ἂφεσις ἁμαρτιῶν : συγχώρεση
ἀφ΄ ἑνός μέν … ἀφ’ ἑτέρου δέ : από τη μια … από την άλλη
ἀφ’ ὑψηλοῦ : από ψηλά, με περιφρόνηση
ἀχίλλειος πτέρνα : αδύνατο σημείο ἅψε σβῆσε : πολύ γρήγορα
βαδίζω τήν πεπατημένην : ακολουθώ την παραδοσιακή πορεία
βαίνω κατ΄ εὐχήν : προχωρώ ευνοϊκά
βασιλικώτερος τοῦ βασιλέως : πιο βασιλικός από τον ίδιο το βασιλιά, πολύ φανατικός
βίος ἀβίωτος : ζωή ανυπόφορη
βίος καί πολιτεία : άνθρωπος με ζωή γεμάτη περιπέτειες, ανήθικος άνθρωπος
γαῖα πυρί μειχθήτω : ας καταστραφούν όλα
γελᾷ ὁ μωρός κἂν τι μή γελοῖον ᾖ : ο ανόητος γελά, ακόμα κι αν δεν υπάρχει τίποτα αστείο
γενεαί δεκατέσσαρες (τον πέρασε) : του έβρισε όλο του το σόι
γῆ καί ὕδωρ (δίδω) : παραδίδομαι άνευ όρων
γηραιά Ἀλβιών : λέγεται για την παμπόνηρη Βρετανία
γηράσκω ἀεί πολλά διδασκόμενος : όσο γερνώ τόσο μαθαίνω
γῆς Μαδιάμ : άνω κάτω, πλήρης καταστροφή
γῆ τῆς ἐπαγγελίας : επίγειος παράδεισος, εκπλήρωση προσδοκιών
γλῶσσα λανθάνουσα (τ΄ ἀληθῆ λέγει) : λέγεται όταν από απροσεξία λέμε κάτι που θέλουμε να αποκρύψουμε
γνῶθι σαυτόν : γνώρισε τον εαυτό σου
γόρδιος δεσμός : πρόβλημα δύσκολο να λυθεί
γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί : υποκριτές, διπρόσωποι άνθρωποι
δαίμων τοῦ τυπογραφείου : ο «υπεύθυνος» για τα τυπογραφικά λάθη
δαμόκλειος σπάθη : κίνδυνος που διαρκώς μας απειλεί
δεῦρο ἒξω : βγες έξω (το είπε ο Χριστό στο νεκρό Λάζαρο)
δημοσίᾳ δαπάνῃ : με έξοδα του κράτους 
διά βίου : σε όλη τη ζωή
διά βοῆς : με βοή, με φωνές
διά βραχέων : με λίγα λόγια
διαίρει καί βασίλευε : να προκαλείς διχόνοια για να μπορείς να εξουσιάζεις
διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ : με γυμνό μάτι, χωρίς μικροσκόπιο
διάγω βίον : περνώ ζωή
διά ζώσης : προφορικά
διά πυρός καί σιδήρου : με κάθε μέσο ακόμα και βίαια
διά ροπάλου : με βίαιο τρόπο
διαρρηγνύω τά ἱμάτια : διαμαρτύρομαι εντονότατα
διαρρήδην : κατηγορηματικά
διά τῆς πλαγίας ὁδοῦ : μέσω της διπλωματίας
διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων : για κάθε ενδεχόμενο
διά χειρός : με το χέρι
διέλαθε τῆς προσοχῆς : ξέφυγε από την προσοχή
δίκαιον τῆς πυγμῆς : το δίκαιο του ισχυρότερου
δίκην + γενική : σαν, όπως ακριβώς
διυλίζοντες τόν κώνωπα, τήν δέ κάμηλον καταπίνοντες : για ανθρώπους υποκριτές που γκρινιάζουν για ασήμαντα πράγματα και ανέχονται άλλα πολύ σοβαρότερα
δοθείσης εὐκαιρίας : αν δοθεί ευκαιρία
δοῦναι καί λαβεῖν : δοσοληψίες, πάρε – δώσε
δούρειος ἵππος  : μέσο εξαπάτησης (μεταφορικά)
δρακόντεια μέτρα : πολύ σκληρά μέτρα

δράττομαι τῆς εὐκαιρίας : αρπάζω την ευκαιρία
δρυός πεσούσης πᾶς ἀνήρ ξυλεύεται : όταν κανείς δυστυχήσει, όλοι κοιτάζουν να επωφεληθούν από τη δυστυχία του
δῶρον ἂδωρον : άχρηστο, ανώφελο
ἒγινε πῦρ καί μανία : θύμωσε πάρα πολύ
ἐδέησε : έγινε δυνατό
εἲθισται : είναι συνηθισμένο
εἶπα καί ἐλάλησα, ἁμαρτίαν οὐκ ἒχω : ξεκαθάρισα από πριν τη θέση μου, τώρα δεν έχω καμία ευθύνη για ό,τι έγινε ή θα γίνει
εἰρήσθω ἐν παρόδῳ : ας πούμε με την ευκαιρία αυτή
εἰς (ἐς) αὒριον τά σπουδαῖα : ας αφήσουμε για αύριο τα πιο σημαντικά ζητήματα
εἰς ἐπήκοον : φανερά, μπροστά σε όλους
εἰς κόρακας : στο διάβολο (μεταφορικά)
εἰς μάτην : μάταια
εἰς τά ἐξ ὧν συνετέθη : από τα οποία έχει φτιαχθεί ( για κάτι που διαλύεται)
εἰς τάς ἀγκάλας τοῦ Μορφέως : σε βαθύτατο ύπνο
εἰς τάς ἑλληνικάς καλένδας : για κάτι που αναβάλλεται ή δε θα γίνει ποτέ
εἰς τό διηνεκές : για πάντα
εἰς τόν λάκκον τῶν λεόντων : πολύ δύσκολη και επικίνδυνη κατάσταση
εἰς τόπον χλοερόν : σε μέρος δροσερό (από τη νεκρώσιμη ακολουθία)
εἰς τό πῦρ τό ἐξώτερον : στην κόλαση
εἰς ὦτα μή ἀκουόντων : για ανθρώπους που δεν ακούνε
ἑκατέρωθεν : και από τις δύο πλευρές
ἐκ βάθρων : από τα θεμέλια, από τις ρίζες
ἐκ γενετῆς : από τη στιγμή της γέννησης
ἐκ νέου : πάλι, ξανά
ἐκπάγλου καλλονῆς : εξαιρετικής ωραιότητας
ἐκ παραδρομῆς : από απροσεξία
ἐκ περιτροπῆς : ο ένας μετά τον άλλο, διαδοχικά
ἐκ προοιμίου : εξαρχής
ἐκτοξεύω μύδρους : επιτίθεμαι με σφοδρές κατηγορίες
ἐκ τοῦ μή ὂντος : από το τίποτε
ἐκ τοῦ πονηροῦ : με κακή πρόθεση
ἐκ τῶν ἐνόντων : με ό,τι υπάρχει, όπως όπως
ἐκ τῶν προτέρων : από πρωτύτερα (a priori)
ἐκ τῶν ὑστέρων : έπειτα (a posteriori)
ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἂνευ : απαραίτητος, αναντικατάστατος
ἑκών ἂκων : θέλοντας και μη
ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ : επιπόλαια, αστόχαστα
ἐλέῳ (τοῦ, τῆς …) : με την παρέμβαση, με τη βοήθεια …
ἕνα ἀλλά λέοντα : για κάποιον που, αν και μόνος σε μια δύσκολη κατάσταση, τα καταφέρνει μια χαρά
ἐναρκτήριον λάκτισμα : σύνθημα έναρξης, έναρξη
ἐν βρασμῷ ψυχῆς : σε στιγμή ψυχικής σύγχυσης και ταραχής
ἐν διαστάσει : λέγεται για ανδρόγυνα που ετοιμάζονται να χωρίσουν
ἒνδον σκάπτε : εξέταζε βαθιά τον εαυτό σου
ἐν δυνάμει – ἐν ἐνεργείᾳ : για κάτι ή κάποιον που δεν είναι τώρα αλλά μπορεί να γίνει στο μέλλον – για κάτι ή κάποιον που είναι ήδη
ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ : σε κατάλληλο χρόνο
ἐνθάδε κεῖται : εδώ είναι θαμμένος
ἒνθεν καί ἒνθεν : και από τη μια και από την άλλη πλευρά

ἐν καιρῷ : κάποτε ἐν κατακλεῖδι : τελειώνοντας, στο τέλος
ἐν ὀνόματι : στο όνομα
ἑνός κακοῦ μύρια ἕπονται : το ένα κακό ακολουθούν πολλά άλλα
ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ : ακαριαία, ξαφνικά
ἐν τάχει : γρήγορα, βιαστικά
ἐν τέλει : τελικά
ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου : στη ροή της κουβέντας
ἐν χορῷ : όλοι μαζί, ταυτόχρονα
ἐνώπιος ἐνωπίῳ : πρόσωπο με πρόσωπο, τετ α τετ
ἐξ ἀγχιστείας : συγγένεια από γάμο (αντίθετο : ἐξ αίματος)
ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων : από μικρό παιδί
ἐξ ἅπαντος : οπωσδήποτε
ἐξαπίνης : ξαφνικά, απροσδόκητα
ἐξάψαλμος (ψάλλω τον …) : του έκανε πολλές παρατηρήσεις
ἐξ ἡμισείας : μισά μισά
ἐξ ἰδίων τά ἀλλότρια : όταν κρίνει κανείς ξένες υποθέσεις με βάση τις δικές του
ἐξ οἰκείων τά βέλη : επιθέσεις που προέρχονται από φιλικά πρόσωπα
ἐξ ὂνυχος τόν λέοντα : όταν μπορούμε να καταλάβουμε το χαρακτήρα ενός ανθρώπου από μια μικρή ένδειξη
ἐξώλης καί προώλης : ανήθικος, διεστραμμένος
ἐπ’ αὐτοφόρῳ : τη στιγμή της κλοπής ή της παρανομίας
ἒπεα πτερόεντα : λόγια του αέρα
ἐπέκεινα : πέρα από, μακρύτερα
ἕπεται συνέχεια : συνεχίζεται
ἐπέχει θέσιν : αντικαθιστά
ἐπί κεφαλῆς : αρχηγός
ἐπί ξύλου κρεμάμενος : αδέκαρος, σε άθλια κατάσταση
ἐπί ξυροῦ ἀκμῆς : στην κόψη του ξυραφιού, σε κρισιμότατο σημείο
ἐπιούσιος : το καθημερινό ψωμί
ἐπί παντός ἐπιστητοῦ : για κάθε ζήτημα
ἐπί τάπητος : υπό συζήτηση (μεταφορικά)
ἐπί τόν τύπον τῶν ἥλων : για ανθρώπους δύσπιστους που θέλουν απτές αποδείξεις για να πειστούν για κάτι
ἐπ’ οὐδενί : με κανένα λόγο, με τίποτε
ἒργα καί ἡμέραι : πράξεις, κατορθώματα, ανήθικα πράγματα
ἐρήμην : χωρίς να είναι παρών
ἐσχάτη τῶν ποινῶν : θανατική ποινή
ἕτερον ἥμισυ : ο σύζυγος ή η σύζυγος
εὐαγές ἵδρυμα : φιλανθρωπικό ίδρυμα
εὐήκοον οὖς (τείνω) : ακούω με ευνοϊκή διάθεση
εὕρηκα, εὕρηκα : το βρήκα, το βρήκα
εὐσεβεῖς πόθοι : μάταιες ελπίδες
ἒχουσι γνῶσιν οἱ φύλακες : έχουν παρθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα
ἒχω περί πολλοῦ : τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση
ζῶντες καί τεθνεῶτες : ζωντανοί και πεθαμένοι
ἢγγικεν ἡ ὥρα : έφτασε η ώρα
ἡ ἒξωθεν καλή μαρτυρία : η επιδοκιμασία και καλή γνώμη του κόσμου
ἡ ἰσχύς ἐν τῇ ἐνώσει : η δύναμη στην ενότητα
ἡ κατιοῦσα : ο κατήφορος
ἥκιστα : ελάχιστα
ἡλίου φαεινότερον : ολοφάνερο
ἥμαρτον : συγγνώμη
ἥξεις ἀφήξεις : λέγεται για κάτι διφορούμενο ή ασαφές
Ἡσαῒου τό ἀνάγνωσμα : μεγάλη ιστορία που δε μας ενδιαφέρει
ἥσσονος σημασίας : μικρότερης σημασίας
Θεοῦ θέλοντος : αν θέλει ο Θεός
θεράπων ἰατρός : ο γιατρός που μας παρακολουθεί
θοῦ, Κύριε, φυλακήν τῷ στόματί μου : φύλαξέ με, Κύριε, να μην πω κάτι κακό
ἰδίοις ὂμμασιν : με τα ίδια του τα μάτια
ἰδού ἡ Ρόδος ἰδού καί τό πήδημα : πρόσκληση σε κάποιον να πραγματοποιήσει κάτι που ισχυρίζεται ότι μπορεί να κάνει
ἰδού ὁ νυφίος ἒρχεται : απροσδόκητη εμφάνιση προσώπου καθοριστικού σε μια περίσταση
ἰθύνουσα τάξις : η τάξη που κυβερνά
ἰθύνων νοῦς : αυτός που διευθύνει μια επιχείρηση, ο «εγκέφαλος» της
ἰώβειος ὑπομονή : πολύ μεγάλη υπομονή
καθεστηκυῖα τάξις : κυρίαρχο σύστημα
καινά δαιμόνια : νέες, επαναστατικές ιδέες
καλῇ τῇ πίστει : καλοπροαίρετα
καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων : αν η κατάσταση είναι καλή
κατά κόρον : σε υπερβολικό βαθμό
κατά κράτος : ολωσδιόλου, εντελώς
κατά πόδας (ἀκολουθώ) : κυνηγώ
κατ’ ἀποκοπήν : για αμοιβή που υπολογίζεται εκ των προτέρων συνολικά για όλη την εργασία και καταβάλλεται εφάπαξ και όχι τμηματικά σε ημερομίσθια
κατά συνθήκην ψεύδη : συμβατικά , τυπικά ψεύδη
κατά συρροήν : συνεχόμενα
κατά τό δοκοῦν : κατά τη γνώμη του, αυθαίρετα
κατά φαντασίαν ἀσθενής : άρρωστος στη φαντασία του
κατ’ ἐξοχήν : κυρίως
κατόπιν ἑορτῆς : αργά πια, τώρα είναι ανώφελο
κεκλεισμένων τῶν θυρῶν : με κλειστές πόρτες, χωρίς την παρουσία κοινού
κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ : για κάτι ξαφνικό και αναπάντεχο
κλεινόν ἂστυ : ένδοξη πόλη (λέγεται κυρίως για την Αθήνα)
κοιμῶμαι τόν ὕπνον τοῦ δικαίου : δεν παίρνω χαμπάρι τι γίνεται γύρω μου
κοινῇ συναινέσει : με κοινή συγκατάθεση
κομίζω γλαῦκα ἐς Ἀθήνας : παρουσιάζω ως καινούριο κάτι ήδη γνωστό
κολοφών δόξης : αποκορύφωμα δόξας
κρανίου τόπος : κόλαση (μεταφορικά)
κράτος ἐν κράτει : κάθε ομάδα που συμπεριφέρεται ως αυτόνομη εξουσία στο πλαίσιο ενός αυτόνομου κράτους
κροκοδείλια δάκρυα : υποκριτικά δάκρυα
κτῆμα ἐς ἀεί : αιώνιο απόκτημα
κύκνειον ᾆσμα : τελευταίο έργο ενός πνευματικού δημιουργού πριν το θάνατό του
λαμβάνει χώραν : συμβαίνει
λευκή περιστερά : εντελώς αθώος
λίθοι καί πλίνθοι καί κέραμοι ἀτάκτως ἐρριμμένα : για πράγματα που βρίσκονται σε μεγάλη αταξία ή σύγχυση
μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι : καλότυχοι οι κουτοί, οι αγαθιάρηδες
μάννα ἐξ οὐρανοῦ : ανέλπιστη βοήθεια μάντις κακῶν : προφήτης συμφορών
ματαιότης ματαιοτήτων (τά πάντα ματαιότης) : όλα είναι μάταια
μάχαιραν δώσεις μάχαιραν λαμβάνεις : ό,τι κακό κάνει κανείς, ίδιο κακό θα τον βρει
μετά βαΐων καί κλάδων : θριαμβευτική υποδοχή
μεταξύ σφύρας καί ἂκμονος : ανάμεσα σε δύο κακά, σε δύο εμπόδια
μέτρον ἂριστον : απόφευγε τα άκρα, ακολούθησε τη μεσότητα
μέχρι κεραίας : με απόλυτη ακρίβεια, με κάθε λεπτομέρεια
μέχρι μυελοῦ ὀστέων : ως το τέλος, τελείως
μέχρι ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου : μέχρι ν’ αποδειχτεί το αντίθετο
μέχρις ἐσχάτων : ως το τέλος, ως το θάνατο
μηδέν ἂγαν : μην κάνεις τίποτα υπερβολικό
μηδενός ἐξαιρουμένου : χωρίς καμία εξαίρεση
μῆλον τῆς Ἒριδος : αντικείμενο διεκδίκησης, αιτία διαμάχης
μή μου ἅπτου : πολύ ευαίσθητος, μυγιάγγιχτος
μνήσθητί μου, Κύριε : τι’ ναι τούτο πάλι (μτφ)
μόλις καί μετά βίας : με πολύ μεγάλη δυσκολία
νόστιμον ἦμαρ : ημέρα επιστροφής στην πατρίδα από τα ξένα
νυχθημερόν : νύχτα και ημέρα
ξένιος Ζεύς : ο Δίας, ο προστάτης της φιλοξενίας
ξύλον ἀπελέκητον : άνθρωπος αγράμματος και άξεστος
ὁ ἐξ ἀπορρήτων : ο ιδιαίτερος γραμματέας, ο μυστικοσύμβουλος
οἱ καιροί οὐ μενετοί : οι περιστάσεις δεν επιτρέπουν αδράνεια
οἱ παροικοῦντες ἐν Ἱερουσαλήμ : όσοι γνωρίζουν τα γεγονότα
ὀκλαδόν : κάθισμα στο δάπεδο σταυροπόδι
ὁ κύβος ἐρρίφθη : λέγεται όταν παίρνεται μια κρίσιμη απόφαση (μτφ)
ὅ μή γένοιτο : πράγμα που εύχομαι να μη γίνει
ὀμφαλός τῆς γῆς : το κέντρο της γης
ὂνειρον θερινῆς νυκτός : επιθυμία που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί
ὁ νοῶν νοείτω : όποιος έχει μυαλό, ας καταλάβει
ὅπερ ἒδει δεῖξαι : αυτό που έπρεπε να αποδειχθεί, αποδείχτηκε
ὅπου οὐ πίπτει λόγος πίπτει ράβδος : όπου δεν πιάνει «λόγος», πέφτει ξύλο
ὁ πρῶτος διδάξας : ο πρώτος που το δίδαξε
ὁσονούπω : σε λίγο χρόνο, όπου να’ ναι
ὁ τελευταῖος τροχός τῆς ἁμάξης : άνθρωπος που δεν έχει καμία εξουσία
οὐαί τοῖς ἡττημένοις : αλίμονο στους νικημένους
οὐ γάρ ἒρχεται μόνον : λέγεται για τα γηρατειά και τα κακά που φέρνουν
οὐδείς ἀγνωμονέστερος τοῦ εὐεργετηθέντος : κανείς πιο αχάριστος απ’ αυτόν που ευεργετήθηκε
οὐδείς μετά Χριστόν προφήτης : για όποιον ισχυρίζεται ότι ήξερε κάτι όταν πλέον είναι γνωστό σε όλους
οὐδέν κακόν ἀμιγές καλοῦ : δεν υπάρχει κάτι δυσάρεστο που να μην έχει και ευχάριστες πλευρές
οὐδέν κρυπτόν ὑπό τόν ἥλιον : τίποτε δεν μπορεί να παραμείνει κρυφό για πάντα
οὐδόλως : καθόλου, με κανένα τρόπο
οὐκ ἂν λάβοις παρά τοῦ μή ἒχοντος : δεν μπορείς να πάρεις από
εκείνον που δεν έχει
οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τό εὖ : το καλό δε βρίσκεται στο πολύ, η ποιότητα όχι στην ποσότητα
οὐκ ἐπ’ ἂρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἂνθρωπος : ο άνθρωπος έχει και πνευματικές ανάγκες, εκτός από υλικές
οὐ παντός πλεῖν ἐς Κόρινθον : δεν μπορεί ο καθένας να ταξιδέψει στην Κόρινθο, ν’ αποκτήσει δηλ. ένα ακριβό πράγμα
οὒριος ἂνεμος : ευνοϊκός αέρας
οὕτω καθ’ἐξῆς : και με όμοιο τρόπο στα επόμενα
οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων : αφού έτσι έχουν τα πράγματα
οὕτως ἢ ἂλλως : έτσι ή αλλιώς, οπωσδήποτε
ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ : αντεκδίκηση, ό,τι μου έκανες θα σου κάνω
ὀψόμεθα : θα δούμε
παιδιόθεν : από την παιδική ηλικία
παίζομεν ἐν οὐ παικτοῖς : ασχολούμαστε επιπόλαια με πράγματα σοβαρά
πακτωλός χρημάτων : άφθονα χρήματα
πάλαι ποτέ : κάποτε στο παρελθόν
πάντα ρεῖ : όλα αλλάζουν, τίποτε δε μένει σταθερό
πάππου πρός πάππον : από πολύ παλιά
παρανάλωμα τοῦ πυρός (γίνομαι) : καίομαι εντελώς, ολοκληρωτικά
παρά φύσιν : αντίθετα με τη φύση, μη φυσιολογικά
παρέδωκε τό πνεῦμα : πέθανε, τελείωσε
παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ το ποτήριον τοῦτο : όταν θέλουμε ν’αποφύγουμε μια δύσκολη κατάσταση
παρ’ἐλπίδα : χωρίς να το περιμένει κανείς
παρρησίᾳ : με θάρρος και ειλικρίνεια
πάσης φύσεως : κάθε είδους 
πατεῖς με πατῶ σε : λέγεται για μεγάλο συνωστισμό
πενία τέχνας κατεργάζεται : οι στερήσεις μας κάνουν εφευρετικούς
περαιτέρω : πιο πέρα, παρακάτω
περί ἀέρων και ὑδάτων : για άσχετα πράγματα
περί ἂλλα τυρβάζῃ : ασχολείται με άσχετα πράγματα
περίοδος ἰσχνῶν ἀγελάδων : εποχή φτώχειας
περί ὀρέξεως οὐδείς λόγος : μη ρωτάτε για όρεξη, έχουμε πολλή
περιούσιος λαός : λαός εκλεκτός
περιπλανώμενος Ἰουδαῖος : περιπλανώμενος άνθρωπος
πέτρα σκανδάλου : η αιτία του σκανδάλου
πλανῶμαι πλάνην οἰκτράν : ξεγελιέμαι
πλήρης ἡμερῶν : άνθρωπος πολύ μεγάλης ηλικίας
πλούσια τά ἐλέη σου : πλούσια τα αγαθά που μας χαρίζεις
πνέω (τά) μένεα : είμαι φοβερά θυμωμένος
πνέω τά λοίσθια : βρίσκομαι στα πρόθυρα του θανάτου
πόθεν ἒσχες : από πού τα απέκτησες ; - φορολογική διάταξη με την οποία δηλώνουμε τον τρόπο με τον οποίο αποκτάμε τα χρήματα για την αγορά περιουσιακών στοιχείων
πρηνηδόν : μπρούμυτα
πρό ἀμνημονεύτων χρόνων : εδώ και πάρα πολλά χρόνια
πρός ἐπίρρωσιν : για ενίσχυση
πρός κέντρα λακτίζεις : ματαιοπονείς
πρόσω ὁλοταχῶς : εμπρός με όλη την ταχύτητα
πρό τετελεσμένου γεγονότος : μπροστά σε τελεσίδικο γεγονός
πρό τῶν πυλῶν : πολύ κοντά

πύξ λάξ : με μπουνιές και κλωτσιές
πύρρειος νίκη : νίκη με τόσες απώλειες που ισοδυναμεί με ήττα
σαρδόνιος γέλως : γέλιο σαρκαστικό και μοχθηρό
σημεῖα καί τέρατα : τρομερά, απίστευτα ή απαράδεκτα πράγματα
σιγήν ἰχθύος : απόλυτη σιωπή
σισύφειον ἒργον : ματαιοπονία
σιωπή τῶν ἀμνῶν : για σφαγή αθώων που δεν μπορούν να διαμαρτυρηθούν
σολομώντειος λύσις : έξυπνη λύση ενός προβλήματος που ικανοποιεί όλους
σπείρω ἀνέμους καί θερίζω θυέλλας : κάνω κάτι κακό που στρέφεται εναντίον μου
σπεῦδε βραδέως : προχώρα σ’ ό,τι έχεις σκοπό να κάνεις χωρίς βιασύνη αλλά με σύνεση
στεντόρεια φωνή : δυνατή και βροντώδη φωνή
στήλη ἅλατος (μένω) : μένω ακίνητος από έντονη έκπληξη
στῶμεν καλῶς : ας σταθούμε με προσοχή και ευλάβεια
συλλήβδην : συνολικά, όλοι μαζί
συμβαίνει καί εἰς Παρισίους : το λέμε για παράξενα περιστατικά  που συμβαίνουν και σε πολιτισμένα μέρη
σύν Ἀθηνᾷ και χεῖρα κίνει : μην περιμένεις τα πάντα από το Θεό, προσπάθησε και συ
σύν γυναιξί καί τέκνοις : με τις οικογένειές τους
σύν τοῖς ἂλλοις : εκτός από τ’ άλλα, επίσης
σώας τάς φρένας (ἒχω) : έχω τα λογικά μου, δεν είμαι τρελός
τ΄ἀγαθά κόποις κτῶνται : τα αγαθά αποκτούνται με μόχθο
τά ἂδυτα τῶν ἀδύτων : τα πιο βαθιά και απροσπέλαστα μέρη
τά ἐν οἲκῳ μή ἐν δήμῳ : τα προσωπικά μας δεν πρέπει να βγαίνουν στη δημοσιότητα
τά ἐξ ἁμάξης : προσβολές, βρισιές
τά καθέκαστα : τα γεγονότα, οι λεπτομέρειες
τά κακῶς κείμενα : το σύνολο των αρνητικών πλευρών μιας κατάστασης
τἀνάπαλιν : το αντίστροφο, το αντίθετο
τά παιδία παίζει : για ενήλικους που φέρονται με παιδικό τρόπο
τά (τοῦ) Καίσαρος (τῷ) Καίσαρι : ας αποδίδουμε στον καθένα ό,τι του αρμόζει
ταῦρος ἐν ὑαλοπωλείῳ : τα έκανε γυαλιά καρφιά, άνω κάτω
τείνω χεῖρα βοηθείας : προσφέρω βοήθεια
τήν ἂγουσαν: (πήρε) το δρόμο προς …
τήν ἀνάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος : προθυμοποιούμαι να κάνω κάτι που αναγκαστικά θα έκανα
τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν : όταν συγκρίνουμε πράγματα που ξέρουμε ότι δεν έχουν απόλυτη ομοιότητα
τηρῶ τά προσχήματα : υποκρίνομαι
τιμῆς ἓνεκεν : για να τιμηθεί  (ένα πρόσωπο)
(αλτ) τίς εἶ ; : (στοπ), ποιος είσαι ;
τό δίς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρός σοφοῦ : το να κάνει κάποιος το ίδιο σφάλμα δύο φορές δε δείχνει σοφό άνθρωπο
τό εὖ ζῆν : το να ζει κανείς καλά
τό ζῆν ἐπικινδύνως : το να ζει κάποιος επικίνδυνα
τό κατά δύναμιν : αυτό που μπορούμε
τό μέν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δέ σάρξ ἀσθενής : έχω τη διάθεση αλλά όχι και τη δύναμη να κάνω κάτι
τό μή χεῖρον βέλτιστον : από δύο κακά προτιμότερο είναι το λιγότερο κακό
τόν ἂρτον τον ἐπιούσιον : την καθημερινή τροφή
τό πεπρωμένον φυγεῖν ἀδύνατον : δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει από τη μοίρα του
τό πλήρωμα τοῦ χρόνου : ο κατάλληλος καιρός
τό πῦρ το ἐξώτερον : η κόλαση
τοῦ λόγου τό ἀσφαλές : η απόδειξη του λόγου
τούς ζυγούς λύσατε : διαλυθείτε (γυμναστικό παράγγελμα)
τοὐτέστιν : δηλαδή
τραγέλαφος : αλλόκοτο και αφύσικο πράγμα
τρικυμία ἐν κρανίῳ : σύγχυση, τα’ χω χαμένα
τύπος καί ὑπογραμμός : υπόδειγμα ανθρώπου
τύχῃ ἀγαθῇ : με καλή τύχη
τῶν παθῶν μου τόν τάραχον : μεγάλα βάσανα
τῷ ὂντι : πράγματι
ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ : λέγεται όταν παρουσιάζεται κάποιος επικίνδυνος πειρασμός που θέλουμε ν’ αποφύγουμε
ὑπ΄ ἀτμόν (είμαι) : είμαι σ’ αναμονή για να φύγω ή σ’ ετοιμότητα να κάνω κάτι
ὑπεράνω πάσης ὑποψίας : για άτομα που με τίποτα δεν υποπτευόμαστε
ὑπερβαίνω τά ἐσκαμμένα : ξεπερνώ τα όρια
ὑπέρ βωμῶν καί ἑστιῶν : για τα όσια και τα ιερά της πατρίδας μας
ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος : για την  πίστη και την πατρίδα
ὑπέρ τό δέον : περισσότερο απ’ όσο πρέπει
ὑπό μάλης : κάτω από τη μασχάλη (στρατιωτικό παράγγελμα για τα όπλα)
ὑπό τήν αἰγίδα : υπό την προστασία
ὑπό τήν ἐπήρειαν : κάτω από την επίδραση
φάσκω καί ἀντιφάσκω : λέω και ξελέω
φαῦλος κύκλος : ανώμαλη κατάσταση που δεν έχει διέξοδο
φείδου χρόνου : μη σπαταλάς το χρόνο σου
φέρ’ εἰπεῖν : παραδείγματος χάρη
φέρω βαρέως : μου είναι αφόρητο
φέρω εἰς πέρας : ολοκληρώνω
φοβοῦ τούς Δαναούς καί δῶρα φέροντας : να φοβάσαι τους εχθρούς, έστω κι αν φέρνουν δώρα, να είσαι δηλ. επιφυλακτικός
φύλλον συκῆς : κάθε μικρό ή τολμηρό ρούχο που αφήνει ακάλυπτο μεγάλο μέρος του σώματος
φύρδην μίγδην : ανάκατα, άνω – κάτω
φύσει καί θέσει : εκ φύσεως και εκ θέσεως
φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ : όταν μια χρήσιμη συμβουλή αντιμετωπίζεται με αδιαφορία
φωνή λαοῦ ὀργή Θεοῦ : η κινητοποίηση  του λαού έχει μεγάλη δύναμη
χαίρω ἂκρας ὑγείας : είμαι πολύ καλά στην υγεία μου
χαρᾶς εὐαγγέλια (ἒχω) : νιώθω μεγάλη χαρά
χάρμα ὀφθαλμῶν : απόλαυση των ματιών
χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει : χώμα είσαι και στο χώμα θα καταλήξεις (από τη νεκρώσιμη ακολουθία)
χριστιανά τά τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν : ας έχουμε χριστιανικό τέλος
ψυχῇ τε καί σώματι : με όλες τις δυνάμεις
ὢδινεν ὂρος καί ἒτεκε μῦν : κατέβαλε πολλές προσπάθειες με μηδαμινό αποτέλεσμα
ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις : δόξα στον ύψιστο Θεό

ὡς δέλεαρ : σα δόλωμα
ὧν οὐκ ἒστιν ἀριθμός : αμέτρητος
ὡς διά μαγείας : με τρόπο μαγικό
ὡς εἲθισται : καθώς συνηθίζεται
ὡσεί παρών : σα να ήταν παρών
ὡς ἐκ θαύματος : σα να έγινε θαύμα
ὡς ἐκ τούτου : για το λόγο αυτό, επομένως
ὡς ἐπί τό πλεῖστον : τις περισσότερες φορές
ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ : σαν κάτι το εξαιρετικά πολύτιμο και ευπαθές
   
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ
Μολών λαβέ : έλα να τα πάρεις (ο Λεωνίδας στον Ξέρξη όταν του ζήτησε να παραδόσει τα όπλα στις Θερμοπύλες)
Ἲτε , παῖδες Ἑλλήνων : εμπρός Έλληνες ! (στη ναυμαχία της Σαλαμίνας)
Μηδένα πρό τοῦ τέλους μακάριζε : μη λες για κανένα πόσο τυχερός είναι πριν δεις το τέλος του (ο Σόλωνας στον Κροίσο)
Ἑάλω ἡ πόλις : κυριεύτηκε η Κωνσταντινούπολη (από τους Τούρκους)
Νίπτω τάς χείρας μου : ο Πόντιος Πιλάτος στη δίκη του Χριστού
Ἕν οἶδα, ὅτι οὐδέν οἶδα : ένα ξέρω, ότι δεν ξέρω τίποτα (Σωκράτης)
Νενίκηκά σε Σολομών : σε νίκησα Σολομώντα (ο Ιουστινιανός στα εγκαίνια της Αγια –Σοφιάς)
Δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν : ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης για τη χρεοκοπία της Ελλάδας το 1897
Τις ἀγορεύειν βούλεται ; : ποιος θέλει να μιλήσει δημόσια στο λαό ;
Και σύ τέκνον, Βρούτε ; : για δικό μας άνθρωπο όταν αναπάντεχα ανακαλύπτουμε ότι μας πρόδωσε ( τα τελευταία λόγια του Ιούλιου Καίσαρα πριν δολοφονηθεί).

ΠΗΓΗ:

Λεξιλογικοί «Νόστοι» - Αντιδάνεια




Ο «νόστος», η επιστροφή στην πατρίδα (από το ρήμα νέομαι «επιστρέφω»), δεν χαρακτήρισε μόνο «τη γλυκιά προσμονή τής επιστροφής στην πατρίδα» που κατέληξε στο νόστιμος, αλλά έδωσε και «τον ψυχικό πόνο που γεννάει αυτή η προσμονή», τη νοσταλγία. Και ήταν μάλιστα οι Γάλλοι που κατέφυγαν στις ελληνικές λεξιλογικές πηγές, πλάσσοντας πρώτοι αυτοί το άλγος τού νόστου, το nostalgie. Ετσι, από άλλο δρόμο, η λέξη επέστρεψε στη «λεξιλογική πατρίδα» της.

Η επιστροφή μιας λέξης ως δανείου στη γλώσσα από την οποία ξεκίνησε χαρακτηρίζεται ως αντι-δάνειο, ως επιστροφή δανείου, ως επιστροφή μιας λέξης στη γλώσσα στην οποία γεννήθηκε. Από τις πιο αποκαλυπτικές διαδικασίες λειτουργίας τής γλώσσας στο πεδίο συνάντησης των λαών και των πολιτισμών είναι τα αντιδάνεια. Συνιστούν μαρτυρίες τής περιπέτειας στη ζωή των λέξεων και μαζί παραδείγματα τού πόσο αυτά τα κατεξοχήν πνευματικά δημιουργήματα, που είναι οι λέξεις, εξελίσσονται εννοιολογικά περνώντας από γλώσσα σε γλώσσα, από λαό σε λαό, για να ξαναγυρίσουν συχνά στον τόπο καταγωγής τους πραγματοποιώντας έτσι τον «λεξιλογικό νόστο» τους.

Ποιος περίμενε λ.χ. ότι η σχολαστικότατη έννοια που δηλώνει η αρχαία ελληνική λέξη γραμματική θα επέστρεφε μετά από αιώνες στη σημερινή ελληνική γλώσσα ως γκλάμουρ! Με συνήθη γέφυρα τη λατινική γλώσσα η λέξη πέρασε από τα Ελληνικά στα παλαιά Γαλλικά κι από κει στην παλαιά Αγγλική, όπου η αρχική σημασία «γραμματική», ως γνώση των ολίγων μορφωμένων, πήρε τον χαρακτήρα «τής απόκρυφης γνώσης» και, κατ΄ επέκταση, «τής μαγείας», για να εξελιχθεί μέσω τής Σκωτικής (glammar) στη σημασία «μαγική ομορφιά» (19ος αι.) και κατόπιν- με τη μορφή glamour- σε «γοητεία, αίγλη» με την οποία και επανήλθε στην Ελληνική.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα εξέλιξη είχε η αρχαία ελληνική λέξη ποινή. Μέσω πάλι τής Λατινικής και τής παλαιάς Νορμανδικής, το ελληνικό ποινή κατέληξε στο αγγλ. penalty, για να επιστρέψει (ως αντιδάνειο) στην Ελληνική ως πέναλτι, όρος στο ποδόσφαιρο!

Δεν «θα ΄κοβε το κεφάλι του» κανείς ότι το ιταλικότατο πιάτσα δεν μπορεί να έχει σχέση με Ελληνικά; Ε, λοιπόν, το πιάτσα ξεκίνησε από το (ήδη αρχαίο) ελληνικό πλατεία (ενν. οδός ), θηλ. τού επιθέτου πλατύς, μέσω τού λατιν. platea («φαρδύς δρόμος» μέσα στην πόλη), πέρασε στην Ιταλική ως piazza (αρχικά plaza), απ΄ όπου ήδη στα μεσαιωνικά χρόνια επέστρεψε στην Ελληνική ως πιάτσα.

Η έκπληξη κορυφώνεται στην προέλευση τής λ. γόνδολα. Μεταφράζω τι γράφεται σχετικά στο εγκυρότερο λεξικό τής Αγγλικής, στο Random Ηouse Webster΄s College Dictionary, λήμμα gondola: «[εισήλθε στην Αγγλική το] 1540-50 από την Ιταλική, που πάει πίσω στα Βενετσιάνικα, πιθανόν από μεσαιωνικό ελληνικό κοντούρα «μικρό ακτοπλοϊκό σκάφος», θηλ. τού επιθ. κόντουρος «κοντός, κυριολ. σκάφος με ουρά» από το όψιμο ελληνικό κοντός + ελλ. -ουρος από το ελλην. ουρά ». Σκάφος, λοιπόν, με κοντή ουρά η ιταλ. gondola (γόνδολα) ξαναγύρισε στην Ελληνική ως γόνδολα!

Κι επειδή δεν νοείται καλοκαίρι χωρίς το γαλλικότατο πλαζ (γαλλ. plage), ας παρακολουθήσουμε την ετυμολογία τής λέξης. Ηλθε από το γαλλ. plage, δάνειο από ιταλ. piaggia «πλαγιά-ακρογιαλιά», που προήλθε από μεσαιωνικό λατινικό plagia «επικλινές έδαφος», το οποίο ανάγεται στο αρχ. ελλην. πλάγια (τα), «πλευρές» (κυρίως στρατιωτικός όρος), ουδ. τού επιθ. πλάγιος.

Και βέβαια δεν νοείται καλοκαίρι χωρίς τουρισμό και τουρ (ομόρριζα τα τουρνέ και τουρνουά ). Αλλά πόσο γνωστό είναι στους μη ειδικούς ότι όλες αυτές οι γαλλικές λέξεις (tour, tourisme, tourn e, tournoi) που πέρασαν στην Ελληνική (στην Αγγλική και σε άλλες γλώσσες) είναι προϊόν δανεισμού από την ελλην. λέξη τόρνος. Αυτή η αρχαία ελλην. λέξη, μέσω πάλι τής Λατινικής (tornus και ρ. tornare «γυρίζω τον τροχό, τον τόρνο»), έδωσε το γαλλ. tourner «περιστρέφω, γυρίζω» απ΄ όπου το tour. Ετσι ο τόρνος επέστρεψε στην Ελληνική ως τουρ.

Ο κατάλογος τέτοιων λέξεων (αντιδανείων) είναι μακρός και ο σχολιασμός θα έπαιρνε πολλές σελίδες. Εδώ θα δώσω μερικές νύξεις μόνο. Θα αναφέρω ότι το γάμπα και το ζαμπόν ξεκίνησαν από το ελλην. καμπή! Το γαρύφαλλο από το καρυόφυλλο, ο τζίρος από το γύρος, το μασίφ από το μάζα , το κάλμα από το καύμα, ο καναπές από το κωνώπιον ( κώνωψ ), το κανόνι από το κάννη, το καντίνα από το κανθός, το κορδόνι από το χορδή, το κουπόνι από το κόλαφος ( κόλαφος - όψιμο λατ. colaphus- παλ. γαλλ. colp - coup ), το κρετίνος από το Χριστιανός , τα λαζάνια από το αρχ. λάσανον («τρίποδας ως βάση αγγείων και δοχείων»), το λατέρνα από το λαμπτήρ , η μάντολα από το αμύγδαλο, η μαρμελάδα από το μελίμηλο, το μπαρούτι από το πυρίτις, τα μπόρα και μπουρίνι από το βορράς, τα μπαλλέτο - μπάλλος από το αρχ. βαλλίζω, το μπουάτ από το πυξίς («κουτί»), το μπουτίκ από το αποθήκη, ο συνδικαλισμός από το σύνδικος, το ταξί από το ταξίμετρο, το σενάριο από το σκηνή, η πόζα από το παύσις κ.λπ. Αυτά είναι μερικά ενδεικτικά μόνο παραδείγματα.

Επειδή υπάρχει κίνδυνος να σκεφθεί κανείς πως πρόκειται για «φτειαχτές ετυμολογίες» (παρετυμολογίες) κατά το πρότυπο τού Ελληνα πατέρα τής Βαρδάλου στο «Γάμος α λα Ελληνικά»!...-, σπεύδω να διασαφήσω ότι τα παραδείγματα προέρχονται από τον χώρο τής επιστημονικής ετυμολογίας και βρίσκονται σε όλα τα αξιόπιστα ετυμολογικά λεξικά ή ερμηνευτικά λεξικά με ετυμολογία. Για όσες λέξεις έχουν σχέση με την Αγγλική μια πρόχειρη ματιά στο Λεξικό που ανέφερα (Random Ηouse- Webster) ή άλλα συναφή Λεξικά θα πείσει τον αναγνώστη περί τής αληθείας των λεγομένων.

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΠΗΓΗ:

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ: